Κυριακή 31 Μαΐου 2015

Στα πνευματικά του παιδιά ό στάρετς Ζωσιμάς δίδασκε να σέβονται και να αγαπούν την Αγία Τριάδα.




Διδασκαλία περί προσευχής.

Στα πνευματικά του παιδιά ό στάρετς Ζωσιμάς δίδασκε να σέβονται και να αγαπούν την Αγία Τριάδα. Ό Θεός είναι Ένας, αλλά και Τριάς, και αυτό το μυστήριο της Αγίας Τριάδος είναι ή υψίστη Αγάπη και Σοφία και Αλήθεια. Δεν είναι δυνατόν να σκεφτεί ή να αισθανθεί κανείς τον Θεό, ει μη εν Τριάδι. Ό Θεός είναι ή Τριάς.

Ό πατήρ Ζωσιμάς παρατηρούσε και έβαζε ευλαβώς στην καρδιά του κάθε τι πού τού ενθύμιζε την Αγία Τριάδα. Εάν τύχαινε τρεις μαζί άνθρωποι απλώς να συναντηθούν, αμέσως σκεφτόταν για την Αγία Τριάδα και έλεγε: «Μα πόσο ωραίο είναι για τρεις ανθρώπους να καθίσουν, να φάνε μαζί, να μιλήσουν για τα Θεία, εις τιμήν της Αγίας Τριάδος!».

Εάν έκαιγε ένα κανδήλι, ό Στάρετς θα έλεγε: «Να, καίει ή φλόγα- μπορεί να καίει επειδή έχει φυτίλι, λάδι και φωτιά. Τα τρία πράγματα αυτά κάνουν ένα - το κάψιμο τού κανδηλιού».

Ό Στάρετς έδωσε σέβονται μια από τις πνευματικές κόρες του την ευλογία να ζωγραφίσει την παλαιοδιαθηκική εικόνα της Αγίας Τριάδος, ή οποία είκονογραφίζεται ως έξης: ό Αβραάμ δέχεται τρεις προσκυνητές σέβονται μορφή αγγέλων και τούς εξυπηρετεί.

Ό Στάρετς ουδέποτε αποχωρίστηκε την εικόνα της Αγίας Τριάδος και την είχε πάντοτε στο κελί του. Μετά από τον θάνατο του, ή εικόνα αυτή τον συνόδευ¬σε και στην εκκλησία και στον τάφο.

«Κάθε χριστιανός πρέπει να γνωρίσει και να αγαπήσει την Αγία Τριάδα», προέτρεπε ό Στάρετς τα πνευματικά παιδιά του. «Έτσι να προσεύχεσθε: Ή ελπίς μου ό Πατήρ, καταφυγή μου ό Υιός, σκέπη μου το Πνεύμα το Αγιον, Τριάς Αγία, δόξα Σοι", και "Παναγία Τριάς, ελέησον ημάς, Κύριε, ίλάσθητι ταις αμαρτίαις ημών, Δέσποτα, συγχώρησον τας ανομίας ημίν, Άγιε, έπίσκεψαι και ίασαι τας ασθενείας ημών, ένεκεν τού ονόματος Σου", και το "Κύριε, ελέησον" τρεις φορές. Μετάβαλε και μεταμόρφωσέ με από κάθε είδος κακίας στην αρετή. Ας με φωτίσει ή αδιαίρετη και ανέκφραστη Τριάς με το φώς Σου».

-«Κάθε χριστιανός είναι ανάγκη να ξεύρη τις ακολουθίες για την Αγία Τριάδα. Πρέπει να μελετά κανείς τις εκκλησιαστικές ακολουθίες και τα τυπικά τής Εκκλησίας, επειδή το κάλλος και το βάθος τής χριστιανικής λατρείας είναι ανώτερα από αυτή των Αγγέλων, είναι ό σύνδεσμος μεταξύ γης και ουρανού. Είναι ή λατρεία ένας χορός αγγέλων και ανθρώπων πού αγωνίζεται για την ένωση των καρδιών τους με τον Θεό και των θελημάτων τους με το θέλημα τού Θεού».

-«Πρέπει να φροντίσει κανείς ή ψυχή του να είναι καθαρή, δηλαδή εντελώς δοσμένη στον Θεό. Δεν πρέπει να ψεύδεται κανείς, ή να πονηρεύεται, ή να απελπίζεται. Πρέπει να κάνουμε ακριβή διάκριση μεταξύ των διαφόρων ειδών των ψεμάτων πού είναι με την σκέψη, με την γλώσσα, με τα λόγια, με τα έργα μας, ή με την ζωή μας• όποιος δε ψεύδεται, κάνει τον διάβολο πατέρα του».

ΣΤΑΡΕΤΣ ΖΑΧΑΡΙΑΣ.

Στάρετς Ζαχαρίας


«Μετὰ ποὺ θὰ πῇ κανεὶς τὶς προσευχὲς μὲ μεγάλη προσοχή, πρέπει νὰ μείνη τουλάχιστον γιὰ λίγα λεπτὰ ἥσυχος μὲ τὶς σκέψεις καὶ τὰ αἰσθήματά του, περιμένοντας μέσα στὴν καρδιά του μία πληροφορία ἢ μία ἀπάντηση. Αὐτὰ τὰ τρία λεπτὰ θὰ σᾶς διδάξουν πολλά. Πρῶτα, τρία λεπτά, ὕστερα πέντε καὶ ἔπειτα θὰ δεῖτε ἐσεῖς πόσα χρειάζονται γιὰ τὸν καθένα σας. Σᾶς παρακαλῶ νὰ κάνετε αὐτὸ καὶ σᾶς δίνω τὴν εὐλογία γιὰ χάρη του. Θὰ σᾶς κάνῃ τὴν προσευχὴ τὴν ἀδιάλειπτο πιὸ ἔντονη, ἀλλὰ καὶ θὰ φέρῃ τὴν ἐκκοπὴ τοῦ θελήματός σας. Θὰ σᾶς δώση δὲ καὶ μία δίψα νὰ ἀποκτήσετε τὸ ‘Ἅγιο Πνεῦμα μέσα στὶς καρδιές σας».
«Ἡ προσευχὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς αἰωνίας ζωῆς, εἶναι ἡ θύρα μὲ τὴν ὁποία μπαίνουμε στὴν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, εἶναι ἡ ὁδὸς ποὺ μᾶς φέρνει στὸν Κύριο καὶ μᾶς ἑνώνει μαζί Του. Χωρὶς προσευχὴ ὁ ἄνθρωπος δὲν ζῇ, ἀλλὰ πεθαίνει συνεχῶς, ἀκόμα κι ἂν δὲν τὸ καταλαβαίνει».
«Παιδιά μου, προσπαθῆστε νὰ ἀποκτήσετε ἕνα πνεῦμα συνεχοῦς προσευχῆς. Ζητήσατε τὸ ἐπιμόνως ἀπὸ τὴν Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία προσεύχεται ἀκοίμητα γιὰ μᾶς, ὅπως σας ἔχω ξαναπεῖ πολλὲς φορές».
«Νὰ εἶσθε θαρραλέοι κι ὅταν σας στέλνῃ ὁ Κύριος μεγάλες δοκιμασίες».
«Τὰ πάθη σας ὑπερδυναμώνουν, ἡ προσευχὴ ἀσθενεῖ καὶ οὔτε κἂν θέλει κανεὶς νὰ προσεύχεται. Ἡ προσοχή μας καταναλώνεται ἀπὸ διάφορες ἐπιθυμίες καὶ πάθη. Ἀκριβῶς τότε, σὰν ἐπὶ σκοποῦ, συναντῶνται τέτοιες ἐσωτερικὲς καὶ ἐξωτερικὲς ἀποτυχίες, ποὺ κάνουν ἕνα ἀδύνατο ἄνθρωπο νὰ πέση στὴν κατάθλιψη. Αὐτὸ τὸ πάθος, ἡ κατάθλιψη, σκοτώνει κάθε τι τὸ ἅγιο, κάθε τί τὸ ζωντανὸ καὶ ἀνθρώπινο».
«Πιὸ γρήγορα θὰ σταυρωθῆτε ἐπάνω στὸν σταυρό, ὅταν προσεύχεσθε ὅπως προσευχόντουσαν πολλοὶ ἀπὸ τοὺς πνευματικούς μας ἥρωες τὸν παλαιὸ καιρό. Νὰ λέτε: «Ἀναστήτω ὁ Θεὸς καὶ διασκορπισθήτωσαν οἱ ἐχθροὶ αὐτοῦ καὶ φυγέτωσαν ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ οἱ μισοῦντες αὐτόν». Ἂν τὸν ἔχῃ κανείς, νὰ τὸν διαβάζῃ τὸν κανόνα στὸν Τίμιο καὶ Ζωοποιὸ Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ, καὶ τότε θὰ σταυρωθῆ ξανὰ ἐπάνω στὸν σταυρό. Παρακαλέσατε τὸν Παρηγορητὴ τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων μας, νὰ σᾶς μαλακώνῃ, νὰ σᾶς συγχωρῇ, νὰ μπαίνει μέσα στὴν ψυχή σας καὶ νὰ διώχνῃ μακριὰ τὴν φοβερὴ κατάθλιψη ποὺ σᾶς πλακώνει».
«Ἰδού, μερικὰ λόγια ἀπὸ τὸν κανόνα τοῦ Τιμίου καὶ Ζωοποιοῦ Σταυροῦ:
Χαῖρε, Σταυρέ, ἡ ἀνάστασις πάντων,
Χαῖρε, Σταυρέ, ἀνόρθωσις τῶν πεπτωκότων,
Χαῖρε, Σταυρέ, τῶν παθῶν ὁ νεκρωτής,
Χαῖρε, Σταυρέ, ἀνατρέπων ἡμῶν τὰς βουλάς.
Χαῖρε, Σταυρέ, ἰσχύς μου, στερέωμα καὶ δύναμις,
Χαῖρε, Σταυρέ, ρύστης καὶ προστάτις μου κατὰ τῶν πολεμούντων.
Χαῖρε, Σταυρέ, ὑπερασπιστά μου καὶ ἀντιλῆπτορ,
Χαῖρε, Σταυρέ, δόξα μου καὶ κραταίωμα,
Χαῖρε, Σταυρέ, ἀένναος φύλαξ καὶ προστάτης.
Ἔκτεινον τὰς χεῖράς σου, εὐλογημένη Δέσποινα Θεοτόκε, ἐν εἴδει σταυροῦ, πρὸ τὸν ἐπὶ Σταυροῦ ὑψωθέντα καὶ πρόσδεξαι σήμερον, Παρθένε, τὰς ἱκεσίας πάντων τῶν δεομένων σου».
Μία μέρα καθήμενος στὸ κελλί του, ὁ Στάρετς ἔτυχε νὰ ρίξη μία ματιὰ στὴν ἁγία του γωνιά, ὅπου ἦταν οἱ εἰκόνες του. Ἕνα θέαμα ὅμως τὸν τρόμαξε. Μπροστὰ στὶς εἰκόνες στεκόταν ἕνας δαίμονας μὲ ἕνα ἀηδιαστικό, φρικιαστικὸ κεφάλι, σὰν κουκουνάρι. Στεκόταν ἐκεῖ καὶ παραληροῦσε τοὺς Ψαλμοὺς τοῦ Δαβίδ.
«Ἔ! τί κάνεις; Σίγουρα δὲν προσεύχεσαι;», ρώτησε ὁ Στάρετς.
«Ἐγώ; Ἐγὼ βρίζω τὴν προσευχή», τραύλισε ὁ δαίμονας καὶ ἔγινε ἄφαντος.
Ὁ Στάρετς μᾶς νουθετοῦσε νὰ μὴ προσευχώμαστε ὅπως-ὅπως, χωρὶς νὰ παρακολουθοῦμε τὰ λόγια τῆς προσευχῆς μας, ἐνῷ οἱ καρδιές μας θὰ εἶναι βυθισμένες σὲ συναισθήματα τελείως ἄσχετα μὲ τὴν προσευχή μας καὶ οἱ σκέψεις μας θὰ περιπλανῶνται ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, ὅπου θέλουν.
Ἡ προσευχὴ δὲν εἶναι μιὰ λειτουργία μηχανική, ἀλλὰ μιὰ συνάντηση μὲ τὸν Θεό, μιὰ συνομιλία μαζί του.
«Προσεύχεσθε ταπεινά, λοιπόν, μὲ φόβο Θεοῦ, μὲ εὐλάβεια, ἔτσι ὥστε ἡ προσευχή μας νὰ μὴ γίνῃ μία ὕβρις τῆς προσευχῆς».
«Σᾶς παρακαλῶ ξανὰ καὶ σᾶς νουθετῶ. Νὰ φοβᾶσθε πάρα πολὺ μήπως πέσετε στὴν ἁμαρτία. Μὴ σταυρώνετε τὸν Σωτῆρα πάλι καὶ πάλι μὲ τὶς ἁμαρτίες. Νὰ παίρνετε εὐλογία ἀπὸ τὴν Βασίλισσα τῶν Οὐρανῶν γιὰ κάθε τί καὶ ὁ Θεὸς θὰ σᾶς ἀνεβάσῃ στὴν πρώτη βαθμίδα τῆς Χάριτος: τὴν ἀναγνώριση τῶν ἁμαρτιῶν σας».
«Προσέξατε τὴν συνείδησή σας, ποὺ εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ φωνὴ τοῦ Ἀγγέλου φύλακά σας. Μὴ ἀμελήσετε νὰ φροντίζετε γιὰ τὴν συνείδησή σας, διότι μπορεῖ νὰ τὴν χάσετε. μπορεῖ νὰ καταφρονηθῆ καὶ νὰ γίνει ἄχρηστη, καὶ τότε πιὰ δὲν θὰ εἶναι ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ.»
«Ἀποκτῆστε ἀρετές, διότι ἀντιστρατεύονται στὴν ἁμαρτία».
«Μὴ καταθλίβεσθε σὲ καμιὰ περίπτωση, ἢ κάτω ἀπὸ ὁποιαδήποτε περίσταση. Ἡ κατάθλιψη εἶναι ὁ δήμιος ποὺ σκοτώνει τὴν ἐνέργεια, ἀπαραίτητη γιὰ τὴν ὑποδοχὴ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στὴν καρδιά. ‘Ενας καταθλιμμένος ἄνθρωπος χάνει τὴν δυνατότητα νὰ προσεύχεται καὶ εἶναι νεκρὸς ὅσον ἀφορᾷ τοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνας».
«Πρέπει νὰ ξέρῃ κανεὶς πὼς νὰ διακρίνει τὰ ὄνειρα. Ὄνειρα ποὺ εἶναι ἀπὸ τὸν Θεό, δίνουν στὴν ψυχὴ γαλήνη καὶ χαρά, κινοῦν τὴν καρδιὰ σὲ μετάνοια, διώχνουν λογισμοὺς ὑπερηφανείας καὶ κενοδοξίας, ἐγείρουν τὸν ἄνθρωπο νὰ παλέψῃ μὲ τὴν ἁμαρτία».
«Οὔτε τρίχα δὲν θὰ πέση ἀπὸ κάποιο κεφάλι, ἐὰν δὲν εἶναι θέλημα Θεοῦ». Ἔλεγε ὅτι πρέπει νὰ εἴμαστε χαρούμενοι καὶ ὅτι μεγάλως προσβάλλουμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὅταν λόγῳ τῶν θλίψεων καὶ τῶν στενοχωριῶν ποὺ μᾶς ἔρχονται, πέφτουμε στὴν κατήφεια, στὸν γογγυσμό, στὴν ἀπελπισία, στὴν ἄμετρη λύπη καὶ στὴν σκληρὴ ἀναισθησία. Αὐτὰ τὰ φρικτὰ ἁμαρτήματα εἶναι τὰ πρόθυρα τῆς κολάσεως τοῦ πυρός. Ἡ καταθλιμμένη ψυχὴ εἶναι ἤδη ἐγκλωβισμένη μέσα σὲ μία φλογερὴ φωτιά, χειρότερη ἀπὸ ἐκείνην τῆς κολάσεως. Δὲν ὑπάρχει πιὰ καμιὰ αἴσθηση στὴν ψυχὴ αὐτή, ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα ὀξύτατο, ὀδυνηρὸ συναίσθημα, τὸ ὁποῖο σκοτώνει καὶ καίει τὰ πάντα. Τὶς δυστυχίες καὶ τὶς θλίψεις μᾶς τὶς στέλνει ἡ θεία Πρόνοια γιὰ νὰ μᾶς δοκιμάσῃ καὶ νὰ μᾶς ἐνδυναμώσῃ γιὰ τὴν ζωὴ τοῦ πνευματικοῦ ἡρωϊσμοῦ. Ἡ μεγαλύτερη ἄσκηση εἶναι νὰ ὑπομένωμε ἀγόγγυστα, ὡς τὸ τέλος τῶν ἡμερῶν μας, ὅλα ὅσα ἔρχονται ἐπάνω μας μέσα στὴν κοιλάδα αὐτὴ τοῦ κλαυθμῶνος. Ὁ δὲ ὑπομείνας εἰς τέλος, οὗτος σωθήσεται».
«Δὲν πρέπει νὰ ἀποδώσῃς στὸν ἑαυτό σου τὰ ὀδυνηρὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα εἴτε ἐσύ, εἴτε ὁ πλησίον σου δοκιμάζουν. Ὄχι, ὅλα αὐτὰ δὲν προέρχονται ἀπὸ σένα, ἀλλὰ παραχωροῦνται σὲ σένα σὰν ἕνας σταυρὸς γιὰ νὰ τὸν βαστάζῃς. Βάσταζέ τον, λοιπόν, μὲ χαρά, ἐνδυναμωμένος ἀπὸ τὴν λαμπρὰ ἐλπίδα καὶ τὴν στερεὰ πίστη, πὼς ἐκεῖ «ἔνθα οὐκ ἔστιν ὀδύνη, οὐ λύπη, οὐ στεναγμός, ἀλλὰ ζωὴ ἀτελεύτητος», ἡ θλίψη ποὺ ἔχεις ὑποφέρει ἐδῶ μὲ ἐλπίδα καὶ ὑπομονὴ θὰ δώσῃ καὶ σὲ σένα καὶ στοὺς πλησίον σου τέτοια χαρὰ καὶ τέτοια ἐγγύτητα στὴν τέλεια Ἀγάπη καὶ Ἀλήθεια, ὅση ὁ ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ κἂν νὰ ἀρχίσῃ νὰ φαντάζεται. Ἐὰν ὑπομένῃς τὴν θλίψη μὲ μακροθυμία, μαρτυρεῖς ἔτσι τὴν πιστότητά σου στὸν Χριστό, τὴν ἀφοσίωσή σου στὸν Σωτῆρα καὶ τὴν ἀγάπη σου σ᾿ Αὐτόν, ὁ ὁποῖος ἀναστήθηκε ἐκ τῶν νεκρῶν καὶ σᾶς προσκαλεῖ κοντά Του».
Ἐὰν ἕνας ἄνθρωπος παρακούῃ τὴν συνείδηση μία φορά, δυὸ φορὲς ἢ περισσότερο, τότε δὲν τὴν ἀκούει πιά.
«Δὲν πρέπει κανεὶς νὰ ξεχνάει ποτὲ τὴν πανταχοῦ παρουσία τοῦ Θεοῦ. Τὸ νὰ ξεχνάῃ κανείς, αὐτὸ εἶναι ἁμαρτία».
«Ἀποκτῆστε τὴν συνήθεια νὰ μὴ ἀρχίζετε καμιὰ ὑπόθεση χωρὶς προσευχή. Ἐὰν δουλεύετε στὴν ἐργασία σας, πρὶν τίποτε ἄλλο, πᾶρτε τὴν εὐλογία τῆς βασιλίσσης τῶν Οὐρανῶν. Λέγετε τὴν εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ ἐνώπιόν Της. Νοιῶστε τὴν παρουσία τοῦ Κυρίου στὴν καρδιά σας ἐνῷ δουλεύετε. Αὐτὸς τὰ βλέπει ὅλα καὶ τὶς σκέψεις σας καὶ τὰ αἰσθήματά σας. Προσπαθῆστε νὰ ἑνώσετε τὴν προσευχὴ μὲ κάθε κίνησή σας, μὲ κάθε πλησίασμά σας μὲ ὁποιοδήποτε πρᾶγμα. Ἡ προσευχὴ γεννᾷ τὴν ταπείνωση καὶ χωρὶς ταπείνωση δὲν ὑπάρχει σωτηρία. Ὅταν τελειώσετε τὴν δουλειά σας, νὰ εὐχαριστήσετε τὸν Κύριο καὶ τὴν Κυρία Θεοτόκο».
«Νὰ κάνετε τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ ἐπάνω στὸν ἑαυτό σας πιὸ συχνά. Καὶ ἂν θυμᾶστε πώς, ὅταν ὑψώνεται ὁ σταυρός, τὰ τάγματα τῶν ἀερίων πνευμάτων πίπτουν. «Κύριε, ἔδωκας τὸν Σταυρόν Σου ὡς ὅπλον κατὰ τοῦ διαβόλου»...».

Σάββατο 23 Μαΐου 2015

Ο "Ουράνιος Μισθός'' την Ημέρα της Κρίσεως


Κάποτε τον Άγιο Νήφων (Επίσκοπος Κωνσταντιανής της κατ’ Αλεξάνδρειαν) τον βασάνισε ο εξής λογισμός:

«Μήπως, αντί να τρέχω στους ναούς, είναι καλύτερα να κάθομαι σ’ ένα μέρος και να ζητάω το έλεος του Θεού;».

Δεν άργησε ο φιλάνθρωπος Θεός να του αποκαλύψει, ότι κάθε φορά πού ένας άνθρωπος πάει σε εκκλησία για να προσευχηθεί, είτε μέρα είναι είτε νύχτα, τα βήματά του μετριούνται από τούς αγίους αγγέλους, για να μετατραπούν σε ουράνιο μισθό την ημέρα της Κρίσεως.

Είπε πάλι: Ο Θεός δεν κρίνει τον χριστιανό, επειδή αμαρτάνει, αλλά επειδή δεν μετανοεί. Γιατί το να αμαρτάνει κανείς και να μετανοεί είναι ανθρώπινο, ενώ το να μη μετανοεί είναι γνώρισμα του διαβόλου και των δαιμόνων του. Επειδή δεν ζούμε συνεχώς στη μετάνοια γι΄ αυτό θα κριθούμε.

 

Δευτέρα 18 Μαΐου 2015

Παρακλητικός κανών του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου του Τήρων

 





ερεύς: Ελογητός Θεός μν πάντοτε, νν καί εί καί ες τούς αώνας τν αώνων.

Ψαλμός ρμβ΄ (142)
Κύριε, ε
σάκουσον τς προσευχς μου, νώτισαι τήν δέησίν μου ν τή ληθεία σου, εσάκουσόν μου ν τή δικαιοσύνη σού  καί μή εσέλθης ες κρίσιν μετά το δούλου σου, τι ο δικαιωθήσεται νώπιόν σου πς ζν. τι κατεδίωξεν χθρός τήν ψυχήν μου, ταπείνωσεν ες γν τήν ζωήν μου, κάθισε μέ ν σκοτεινος ς νεκρούς αἰῶνος καί κηδίασεν π μέ τό πνεμά μου, ν μοί ταράχθη καρδία μου. μνήσθην μερν ρχαίων, μελέτησα ν πάσι τος ργοις σου, ν ποιήμασι τν χειρν σου μελέτων. διεπέτασα πρός σέ τάς χεράς μου, ψυχή μου ς γ νυδρος σοί. Ταχύ εσάκουσόν μου, Κύριε, ξέλιπε τό πνεμά μου μή ποστρέψης τό πρόσωπόν σου π μο, καί μοιωθήσομαι τος καταβαίνουσιν ες λάκκον. κουστόν ποίησον μοί τό πρωί τό λεός σου, τι πί σο λπισα γνώρισον μοί, Κύριε, δόν, ν πορεύσομαι, τι πρός σέ ρα τήν ψυχήν μού ξελού μέ κ τν χθρν μου, Κύριε, τι πρός σέ κατέφυγον. δίδαξον μέ το ποιεν τό θέλημά σου, τι σύ ε Θεός μού τό πνεμά σου τό γαθόν δηγήσει μέ ν γ εθεία. νεκεν το νόματός σου, Κύριε, ζήσεις μέ, ν τή δικαιοσύνη σου ξάξεις κ θλίψεως τήν ψυχήν μου καί ν τ λέει σου ξολοθρεύσεις τούς χθρούς μου καί πολες πάντας τούς θλίβοντας τήν ψυχήν μου, τι γώ δολός σου εμι.

Θεός Κύριος, καί
πέφανεν μίν, ελογημένος ρχόμενος ν νόματι Κυρίου.
Στίχος
΄. ξομολογεσθε τ Κυρίω, καί πικαλεσθε τό νομα τό γιον ατο.
Θεός Κύριος, καί
πέφανεν μίν, ελογημένος ρχόμενος ν νόματι Κυρίου.
Στίχος β΄. Πάντα τά
θνη κύκλωσαν μέ, καί τ νόματι Κυρίου μυνάμην ατούς.
Θεός Κύριος, καί
πέφανεν μίν, ελογημένος ρχόμενος ν νόματι Κυρίου.
Στίχος γ΄. Παρά Κυρίου
γένετο ατη, καί στι θαυμαστή ν φθαλμος μν.
Θεός Κύριος, καί
πέφανεν μίν, ελογημένος ρχόμενος ν νόματι Κυρίου.

Ε
τα τά παρόντα Τροπάρια.
χος δ΄. ψωθες ν τ Σταυρ.
Τόν γενναιότατον Χριστο
στρατιώτην, καί εσεβν Χριστιανν τόν προστάτην, μνολογοντες κράζωμεν κ βάθους ψυχς· γιε Θεόδωρε, τας νθέρμοις λιταίς σου, δαιμονικο τεχνάσματος, καί αρέσεως πάσης, τούς σούς οκέτας λύτρωσαι, Σεπτέ, καί νόσου πάσης ταχέως πάλλαξον.

Δόξα Πατρί καί Υ
ἱῶ καί γίω Πνεύματι.
Καί ν
ν καί εί καί ες τούς αώνας τν αώνων. μήν.
Θεοτοκίον.
Ο
σιωπήσομεν πότε, Θεοτόκε, τά, δυναστείας σου λαλεν ο ναξιοι ε μή γάρ σύ προίστασο πρεσβεύουσα, τίς μς ρρύσατο κ τοσούτων κινδύνων; Τίς δέ διεφύλαξεν ως νν λευθέρους; Οκ ποστμεν, Δέσποινα, κ σού σούς γάρ δούλους σώζεις εί, κ παντοίων δεινν.

Ψαλμός ν΄ (50)
λέησον μέ, Θεός, κατά τό μέγα λεός σου καί κατά τό πλθος τν οκτιρμν σου ξάλειψον τό νόμημα μου επί πλεον πλνον μέ πό τς νομίας μου καί πό τς μαρτίαςμο καθάρισον μέ. τι τήν νομίαν μου γώ γινώσκω, καί μαρτία μου νώπιόν μου στι διαπαντός. Σοί μόνω μαρτον καί τό πονηρόν νώπιόν σου ποίησα, πως ν δικαιωθς ν τος λόγοις σου, καί νικήσης ν τ κρίνεσθαι σέ. δού γάρ ν νομίαις συνελήφθην, καί ν μαρτίαις κίσσησε μέ μήτηρ μου. δού γάρ λήθειαν γάπησας, τά δηλα καί τά κρύφια της σοφίας σου δήλωσας μοί. Ραντιες μέ σσώπω, και καθαρισθήσομαι, πλυνες μέ, καί πέρ χιόνα λευκανθήσομαι. κουτιες μοί γαλλίασιν καί  εφροσύνην, γαλλιάσονται στέα τεταπεινωμένα. ποστρεψον τό πρόσωπόν σου πό τν μαρτιν μου καί πάσας τάς νομίας μου ξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον ν μοί, Θεός, καί πνεμα εθές γκαίνισον ν τος γκάτοις μου. Μή πορρίψης μέ πό το προσώπου σου καί τό πνεμά σου τό γιον μή ντανέλης π μο. πόδος  μοί τήν γαλλίασιν το σωτηρίου σου καί πνεύματι γεμονικ στήριξον μέ. Διδάξω νόμους τάς δούς σου, καί σεβες πί σέ πιστρέψουσι. Ρύσαι μέ ξ αμάτων Θεός, Θεός τς σωτηρίας μου αγαλλιάσεται γλσσά μου τήν δικαιοσύνην σου. Κύριε, τά χείλη μου νοίξεις, καί τό στόμα μου ναγγελε τήν ανεσίν σου. τι ε θέλησας θυσίαν, δωκα ν ολοκαυτώματα οκ εδοκήσεις. Θυσία τ Θε πνεμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην Θεός οκ ξουδενώσει. γάθυνον, Κύριε, ν τή εδοκία σου τήν Σιν, καί οκοδομηθήτω τά τείχη ερουσαλήμ τότε εδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, ναφοράν καί λοκαυτώματα τότε νοίσουσιν πί τό θυσιαστήριον  σού μόσχους.

Ε
τα ψάλλομεν τάς δς το Κανόνος.
δή ΄. χος πλ. δ΄. γρν διοδεύσας.
Θεόδωρε Μάρτυς
ν Ορανος, σύν γγέλοις χαίρων, τούς τιμώντας σέ ελαβς, καί προσκαλούμενους σέ κινδύνων, καί περιστάσεων καί νόσων διασωσον.

Ες θεον δόγμα, Μάρτυς Χριστο, σωτήρ στεφάνης καί πέρμαχος κραταιός, πάσιν εσεβέσιν κ βρωμάτων, θεοστυγν ατούς κολλύβοις ρυσάμενος.

στέφος μάραντον κ Θεο, λαβν Χριστο Μάρτυς, καί τος Μάρτυσι συσκηνν, φύλαττε λιταίς σου τούς ν πίστει, καί ελαβεία σήν Μνήμην γεραίροντας.

Θεοτόκιον
Σοφίαν καί Λόγον τόν το
Πατρός, φράστως τεκοσα, τς ψυχς μου τά χαλεπά, θεράπευσον πάθη, Παρθένε, καί αωνίου χαρς μέ, ξίωσον.

δή γ΄. Σύ ε τό στερέωμα
μνους, Θεόδωρε, νν τησίους προσάγω σοί, καί κ ψυχς δέομαί σου, Μάκαρ, κ κίνδυνων μέ λύτρωσαι.

Στήριγμα, Θεόδωρε, τ σ οκέτη γενήθητι, καί τήν ρθήν καί γίαν Πίστιν, τας πρεσβείαις σου κράτυνον.

χω τήν καρδίαν μου, προσηλωμένην, Θεόδωρε, πί σο νν, τς σς προστασίας, καί τς σκέπη; δεόμενος.

Θεοτόκιον
χων σέ βοήθειαν, οκ ασχυνθήσομαι, Παναγνέ, Μτερ Θεο· χων σέ προστάτιν, ο πτοομαι τήν κόλασιν.

δή δ΄. Εσακήκοα Κύριε
Μπάρων
ς διέσωσας, τν το Παραβάτου βρωμάτων, γιε, τούς πιστούς οτω τούς δούλους σου, τς αρετιζόντων λώβης φύλαξον.

κ κινδύνων καί θλίψεων, πάντας δοκήτων, Μάρτυς Θεόδωρε, διαφύλαττε πήμαντον, τόν πιστς τή σκέπη σου προστρέχοντα.

Λυτρωτής, Θεόδωρε, ντως εσεβούντων σύ ναδέδειξαι, διαλύσας διατάγματα, ουλιανο τή πινοία σου.

Θεοτόκιον
Ρ
σιν δίδου μοί, Παναγνέ, καί τήν ζοφεράν ψυχήν μου καταύγασον, αγλη θεία· σύ γάρ τεκες, φς τό νυπόστατον, Παναμώμητε.

δή ΄. Φώτισον μς
Πόθω καί χαρά,
μνωδίας σοί προσάγοντας, κ τν τεχνασμάτων το πονηρο, βλαβες τηρεσθαι δεόμεθα, Θεόδωρε.

ς τίς ριστεύς, τάς πλεκτάνας ον συνέτριψας, το ποστάτου καί τούς εσεβες, Μάρτυς Θεόδωρε, πανσόφως σύ διέσωσας.

Δέου το Θεο, Θεόδωρε Πανεύφημε, κ παντός κινδύνου καί χαλεπν, νόσων ρυσθναι, καί αρέσεων τούς δούλους σου.

Θεοτόκιον
χραντον μνόν, συλλαβοσα, Παναμώμητε, αροντα βροτν μαρτήματα, λύσιν δυσώπει ατν, δοναι μοί τ δούλω σου.

δή στ΄. λασθητί μοί Σωτήρ
ς μάταιον καί σαθρόν, το ποστάτου τό πρόσταγμα, Θεόδωρε θαυμαστέ, ποτέ σύ κατήσχυνας, οτω νν ματαίωσον, δρακόντειους δόλους, καί μς τρωτους φύλαξον.

Ρωσθες δυνάμει Θεο, τς εσεβείας πέρμαχος, Θεόδωρε πεφυκς, τήν πλάνην μείωσας· καί νν κετεύω σέ, τν παθν εκόνας, τς ψυχς μου ξαφάνισον.

νθέω καί εσεβε, ζήλω ς πάλαι διέσωσας, τούς ρθοδόξους Σοφέ, βουλς το λάστορος· οτω διαφύλαξον, μς σαλεύτους, ν τή Πίστει σου δεόμεθα.


Θεοτόκιον
Φωτός νεφέλη σύ ε
, καί το Θεο θρόνος νδοξος, Παρθενομτορ γνή· ψυχς ον τά μματα, τς μς νν φώτισον, καί παθν χλύος, τήν καρδίαν μου καθάρισον.

Διασωσον ρεσχελείας πάσης χθρν χθίστων, Θεόδωρε θλητά, μς τούς πόθω τιμώντας σέ, ς τοιμος βοηθός ρθοδόξων.

χραντε, διάλογου τόν Λόγον νερμηνεύτως, π’ σχάτων τν μερν τεκοσα δυσώπησον, ς χουσα μητρικήν παρρησίαν.

ερεύς Μνημονεύει· ετα τό Κοντάκιον χος β΄.
Προστάτα τ
ν Πιστν καταίσχυντε, καί μεσίτα τν δεομένων τοιμότατε, μή παρίδης μν τν δεομένων σου, τάς οκτρς φωνς, λλά προφθασον ς συμπαθής, καί πάλλαξον μς, τν Μαρτύρων μέγιστε Θεόδωρε, πάσης κακουχίας καί περιστάσεως, καί σσον μς τας νθέρμοις σου, πρός τόν Κύριον δεήσεσι.



Καί ε
θύς τό Προκείμενον. χος. δ΄.
Θαυμαστός
Θεός ν τος γίοις ατο· Θεός σραήλ, ατός δώσει δύναμιν καί κραταίωσιν τ λα ατο· ελογητός Θεός:
Στίχος.
ν κκλησίαις ελογετε τόν Θεόν, Κύριον κ πηγν σραήλ.

Ε
αγγέλιον. κ το κατά Λουκν (κά΄. 12-19).
Ε
πεν Κύριος τος αυτο Μαθητας· Προσέθετε πό τν νθρώπων· πιβαλούσι γάρ φ’ μς τάς χείρας ατν καί διώξουσι, παραδίδοντες ες συναγωγς καί φύλακας, γομένους πί βασιλες καί γεμόνας, νεκεν το νόματός μου. ποβήσεται δέ μίν ες μαρτύριον. Θέσθε ον ες τάς καρδίας μν μή προμελετν πολογηθναι· γώ γάρ δώσω μίν στόμα καί σοφίαν, ο δυνήσονται ντειπεν, οδέ ντιστναι πάντες ο ντικείμενοι μίν. Παραδοθήσεσθε δέ καί πό γονέων καί δελφν καί συγγενν καί φίλων· καί θανατώσουσιν ξ μν· καί σεσθε μισούμενοι πό πάντων διά τό νομά μου· καί θρίξ κ τς κεφαλς μν ο μή ποληται. ν τή πομονή μν κτήσασθε τάς ψυχς μν.

Δόξα Πατρί καί Υ
ἱῶ καί γίω Πνεύματι.
Τάίς του
θλοφόρου, πρεσβείαις, λεμον, πάλλαξον τά πλήθη τν μν γκλημάτων.
Καί ν
ν καί εί καί ες τούς αώνας τν αώνων. μήν.
Τα
ς τς Θεοτόκου πρεσβείαις, λεμον, ξάλειψον τά πλήθη, τν μν γκλημάτων.

Στίχος:
λεμον, λέησον μέ Θεός κατά τό μέγα λεός σου καί κατά τό πλθος τν οκτιρμν σου ξάλειψον τό νόμημά μου.

Καί τό παρόν ΓΙροσόμοιον
χος Πλ. β΄. λην ποθέμενοι
Λαμπρά καί χαρμόσυνος,
Παναγία σου Μνήμη, Θεόδωρε νδοξε, φέστηκε σήμερον, μίν πασι Σύ γάρ θαυμάσιε, τόν λαόν χραντον, το Κυρίου ποτέ σωσας, ν νί θαύματι, κολλύβοις κορέσας, Πανάγιε· καί νν σέ κετεύομεν, ρύσαι φυλευσπλάγχνως κ θλίψεως, καί λύμης παντοίας, αρέσεως καί πάσης πειλς, χθρν πίστων, πρεσβείαις σου, νθέοις τούς δούλους σου.

ερεύς:
Σ
σον Θεός τόν λαόν σου καί ελόγησον τήν κληρονομίαν σού πισκεψαι τόν κόσμον σου ν λέει καί οκτιρμος. ψωσον κέρας Χριστιανν ρθοδόξων καί καταπεμψον φ’ μς τά λέη σου τά πλούσια  πρεσβείαις τς παναχράντου Δεσποίνης μν Θεοτόκου καί ειπαρθένου Μαρίας  δυνάμει το Τιμίου καί Ζωοποιο Σταυρού  προστασίαις τν τιμίων πουρανίων Δυνάμεων σωμάτων κεσίαις το Τιμίου καί νδόξου Προφήτου, Προδρόμου καί Βαπτιστο ωάννου τν γίων νδόξων καί πανευφήμων ποστόλων ν ν γίοις Πατέρων μν, μεγάλων εραρχν καί οκουμενικν διδασκάλων Βασιλείου το Μεγάλου, Γρηγορίου το Θεολόγου καί ωάννου το Χρυσοστόμου, θανασίου καί
Κυρίλλου,
ωάννου το λεήμμονος, πατριαρχν λεξανδρείας. Νικολάου το ν Μύροις, Σπυρίδωνος πισκόπου Τριμυθοντος, τν Θαυματουργών τν γίων νδόξων  μεγαλομαρτύρων Γεωργίου το Τροπαιοφόρου, Δημητρίου το Μυροβλήτου, Θεοδώρων Τύρωνος καί Στρατηλάτου, τν ερομαρτύρων Χαραλάμπους καί λευθερίου, τν γίων  νδόξων καί καλλινίκων Μαρτύρων. Τν σίων καί θεοφόρων Πατέρων μν. Τν γίων καί δικαίων θεοπατόρων ωακείμ καί ’ννης. Το γίου ....... (τς μέρας),  καί πάντων σου τν γίων. κετεύομεν σέ, μόνε πολυέλεε Κύριε. πάκουσον μν τν μαρτωλν δεομένων σου καί λέησον μς.

δή ζ΄. Ο κ τς ουδαίας
Θεόδωρε Μάρτυς, σέ συλλήπτορα χων τς σωτηρίας μου, καί πίστεως τς θείας, προστάτην καί ζως μου, καταίσχυντον φύλακα, ο πτοομαι πότε, δαιμόνων πηρείας.
Νηστείαν τήν γίαν, ς τήρησας πάλαι, Μάρτυς, μόλυντον, καί νν οτω σούς δούλους, ατήν ταύτην λιταίς σου, διανύσαι ξίωσον, περιχαρς. καί γνς, Θεόδωρε

Παμμάκαρ.
πινοία νθέω, ς διέλυσας Μάκαρ, Τυρράνου σόφισμα, καί νν οτω πρεσβείαις, τας σας τς πινοίας, το χθρο περισώζεσθαι, παρακαλομεν θερμς, ο δολοι
σου Τρισμάκαρ.

Θεοτόκιον
κ γαστρός σου προλθε, σαρκωθες τν λων, Παρθένε, Κύριος· ατόν ον κδυσώπει, ρυσθναι μέ πταισμάτων, καί κινδύνων καί θλίψεων. Σύ γάρ τν εσεβν, πέφυκας προστάτις.

δή ΄. Τόν Βασιλέα
Παρανόμησαντα,
ποστάτην ς πάλαι, σύ κατήσχυνας σοφή πινοία, καί μς σεμνων, φύλαξον μιασμάτων.

ς νουνεχής, Θεόδωρε Μάρτυς, σύ κατέβαλες δεινόν ποστάτην, καί τούς ρθοδόξους, σοφία σου ρρύσω.
Νόμω τ θείω, πεφραγμένος, θεοφρον, νομώτατον διήλεγξας νόμον, φυλάξας κ τούτου, τούς εσεβες τρώτους.

Θεοτόκιον
να μν σέ, μετά πόθου, Παρθένε, νοητς αχμαλωσίας μέ ρύσαι, λύτρον ντιδοσα, τό Πάθος τού σου Τόκου.

δή θ΄. Κυρίως Θεοτόκον
μνν σέ κ καρδίας, Θεόδωρε Μάρτυς, δώρων τν θείων μέ καταπλούτισον, ς δώρου θείου, φερώνυμος, Πανακήρατε.

Μαρτυρική τή αγλη, Θεόδωρε Μάκαρ, καταλαμπόμενος πάντας τους σέ γεραίροντας, φωτί ΰλω, πρεσβείαις σου καταλάμπρυνον.

κ το πυρός, Μάρτυς, σθένει ς ρρώσθης, τ θείκω παρανόμου οτως μς βουλς, τν τυραννούντων. Θεόδωρε, σύ διασωσον.

Θεοτόκιον
Μαρία Θεόν Λόγον,
ν τεκες δυσώπει, πέρ τν πίστει καί πόθω τιμώντων σέ, το λυτρωθναι κινδύνων, καί περιστάσεων.

ξιον στίν ς ληθς, μακαρίζειν σέ τήν Θεοτόκον, τήν ειμακάριστον καί παναμώμητον καί μητέρα το Θεο μν. Τήν τιμιωτέραν τν Χερουβίμ καί νδοξοτέραν συγκρίτως τν Σεραφίμ, τήν διαφθόρως Θεόν Λόγον τεκοσαν τήν ντως Θεοτόκον σέ μεγαλύνομεν.

Καί τά παρόντα Μεγαλυνάρια
Τ
ν καμνόντων πέφυκας ατρός, αχμαλώτων ρύστης, καί μεσίτης μαρτωλν, εσεβν προστάτης, παράκλησις πενθούντων, καί κεραυνός Τυράννων, σοφέ Θεόδωρε.

Τόν πό βρωμάτων τν μυσαρν, τν το Παραβάτου, λυτρωσάμενον τούς Πιστούς καί θρέψαντα τούτους, τροφή τή τν κολλύβων, Θεόδωρον τόν θεον, πάντες μνήσωμεν.

Σήμερον μετέστρεψεν ες χαράν, Πιστν τάς καρδίας, τεθλιμμένας πάλαι δεινς, καί τήν παραβάτου, κατέστρεψεν πάτην, Θεόδωρος Μάρτυς, ν εφημήσωμεν.

Πσαι τν γγέλων α στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, ποστόλων δωδεκάς, ο γιοι πάντες μετά τς Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν ες τό σωθναι μς.

Τό Τρισάγιον  
και το παρόν  
τροπάριον. χος β΄.
Μεγάλα τά τ
ς πίστεως κατορθώματα! ν τή πηγή τς φλογός, ς πί δατος ναπαύσεως, γιος Μάρτυς Θεόδωρος γάλλετο· πυρί γάρ λοκαυτωθες, ς ρτος δύς τή Τριάδι προσήνεκται. Τας ατο κεσίαις, Χριστέ Θεός, σσον τάς ψυχς μν.

ερεύς ς θος μνημονεύει.
Ες τήν πόλυσιν ψάλλομεν τό παρόν Προσόμοιον χος β΄.
τε κ το ξύλου σέ νεκρόν
Πάντων ε
σεβν σύ ληθς, νθερμος προστάτης δείχθης, Μάρτυς Θεόδωρε· πάντες ον προσάγομεν σοί χαριστήρια, καί σωτήρα γινώσκοντες, ν πίστει βομεν, ρύσαι τας πρεσβείαις σου, τς προσβολς τν χθρν, πάσης πειλς, πάσης λύπης, καί αρετικν τυραννίας, τούς πιστς γεραίροντας τήν Μνήμην σου.

χος πλ. δ΄.
Δέσποινα προσδεξαι, τάς δεήσεις τ
ν δούλων σου, καί λύτρωσαι μς, πό πάσης νάγκης καί θλίψεως.

χος β΄.
Τήν πάσαν
λπίδα μου, ες σέ νατίθημι, Μτερ το Θεο, φύλαξον μέ πό τήν σκέπην σου.

ερεύς: Δί’ εχν τν γίων πατέρων μν, Κύριε ησο Χριστέ Θεός, λέησον καί σσον μς. μήν.