Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2015

Φώτης Κόντογλου, Αγιογράφος – Λογοτέχνης – Ζωγράφος


Ο Χριστιανικός ναός παριστάνει συμβολικώς την Άνω Ιερουσαλήμ ή τον Επίγειον Ουρανόν, όπως λέγει τούτο το ωραίον τροπάριον:
«Ουρανός πολύφωτος η εκκλησία, συγκαλούσα άπαντας προς ευφροσύνην τους πιστούς, εν ω εστώτες κραυγάζομεν· Τούτον τον οίκον στερέωσον Κύριε.»
Ο Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης λέγει ότι «ο ναός είναι η εικών της θείας Εκκλησίας και παριστάνει ό,τι υπάρχει εις την γην, ό,τι υπάρχει εις τον ουρανόν και ό,τι υπάρχει υπεράνω του ουρανού.
Μέσα εις τήν εκκλησίαν κατοικεί ο Θεός, και εις αυτήν συναθροίζονται οι Χριστιανοί διά να αναπέμψωσι τας προς Αυτόν δεήσεις των.
Η εκκλησία, ως ένα παλάτιον όπου είναι του Θεού, είναι στολισμένη και πεποικιλμένη με τας αγίας εικόνας. Η αγιογραφία μαζί με τας άλλας Ιεράς τέχνας εργάζεται διά την ευπρέπειαν του οίκου Του, σκεπάζοντας τους τοίχους, τους θόλους, τας καμάρας, τα εικονοστάσια, με μίαν λαμπράν στολήν, οπού παριστάνει τον ουράνιον κόσμον, με τους Αρχαγγέλους και τας άλλας ασωμάτους Δυνάμεις, έχοντας εις την μέσην τον Παντοκράτορα, μαζί με τον επίγειον ηγιασμένον χορόν, ήγουν τους Προφήτας, τους Δικαίους, τους Αποστόλους, τους Μάρτυρας, τους Ιεράρχας, τους Ομολογητάς, τους Οσίους. Με ένα λόγον, ο εικονογραφικός διάκοσμος της εκκλησίας περιλαμβάνει όλους εκείνους οπού συγκροτούν την Έκκλησίαν, από τον Χριστόν, «ος έστι κεφαλή της Εκκλησίας» και είναι ιστορημένος εις την κορυφήν του τρούλλου, μέχρι των Μαρτύρων και Οσίων, οπού ήσαν άνθρωποι ωσάν, εμάς, αλλά οπού ηγίασαν διά του μαρτυρίου και διά της ασκήσεως, και ζωγραφίζονται εις την χαμηλοτέραν ζώνην, ολίγον υψηλότερον από το δάπεδον του ναού, οπού ίστανται οι πιστοί, προσκυνούντες τας εικόνας αυτών.
Ο τρούλλος ή η φιάλη
Τρούλλος ή φιάλη, ή κοινότερον κουμπές, λέγεται ο στρογγυλός πύργος οπού είναι χτισμένος υψηλότερον από την σκεπήν του ναού. Εκ τούτου, η τοιαύτη εκκλησία λέγεται φιαλόεσσα, ή κοινώς κουμπελίδικη και τρουλλωτή,
Ο τρούλλος έχει γύρωθεν παράθυρα, τον αριθμόν από τέσσαρα έως δώδεκα ή και περισσότερα.
Ο τρούλλος παριστάνει τον ουρανόν, κατά τον άγιον Συμεών Θεσσαλονίκης. Διά τούτο μέσα εις αυτόν ζωγραφίζεται ο Χριστός Παντοκράτωρ, δορυφορούμενος από τας Αγγελικάς Τάξεις, καθώς και οι Προφήται μεταξύ των παραθύρων του τρούλλου, εις το κυλινδρικόν μέρος του, όπου λέγεται τύμπανον.
Επίσης ζωγραφίζεται ο Κύριος εις το υψηλότερον μέρος του ναού, διότι είναι, κατά τον Απόστολον Παύλον, «κεφαλή του σώματος της Εκκλησίας» (Κολοσ. α’, 18) και από Αυτόν εκπορεύονται και ζωοποιούνται και αθανατίζονται όλα τα μέλη της Εκκλησίας, ήγουν όλοι οι άγιοι, οπού εικονίζονται μέσα εις τον ναόν, από τον τρούλλον μέχρι των θεμελίων.
Ο ζωγράφος οπού θα ζωγραφίση μίαν εκκλησίαν, αρχίζει από τον Παντοκράτορα. Και κατά γενικόν κανόνα, αρχίζει να δουλεύη από υψηλά και κατεβαίνει εις τα χαμηλότερα. Λοιπόν, το μέρος της εκκλησίας οπού θα πρωτοζωγραφίση, είναι ο τρούλλος, εάν η εκκλησία είναι μετά τρούλλου.
Ποίαν σημασίαν έχει ο Παντοκράτωρ
Ο Παντοκράτωρ είναι το πλέον υπερφυές και αποκαλυπτικόν έργον της βυζαντινής αγιογραφίας. Ο τύπος αυτού είναι πάντοτε αναλλοίωτος. Αλλά, κάθε φοράν οπού ζωγραφίζεται, είναι πάντοτε νέος, ακόμα κι αν ο ίδιος ζωγράφος, τον έχη απεικονίσει πολλάκις.
Τα τοιαύτα έργα κατέλυσαν τον χρόνον, βλυστάνοντα ζωήν αθάνατον.
Ο χαρακτήρ του Παντοκράτορος
Ο Χριστός ως Παντοκράτωρ ιστορίζεται, ως προείπομεν, μέσα εις κύκλον και εις την κορυφήν του τρούλλου, ωσάν να προβάλλη εξ ουρανού, επιβλέπων επί τους ανθρώπους. Είναι ο ενανθρωπίσας Λόγος του Θεού, και συνάμα ο Θεός ο κρατών, ο εξουσιάζων τα σύμπαντα, ο Παντοκράτωρ.
Η προσωνυμία Παντοκράτωρ ευρίσκεται γραμμένη πολλάκις εις την Παλαιάν Διαθήκην, προπάντων εις τους Προφήτας, άπαξ εις τας Επιστολάς του Αποστόλου Παύλου, και τρεις ή τέσσαρας φοράς εις την Αποκάλυψιν, ιδία εις την ακόλουθον ρήσιν· «Εγώ ειμί το Α και το Ω, αρχή και τέλος, λέγει Κύριος, ο ων και ο ην και ο ερχόμενος, ο Παντοκράτωρ,» (Αποκ. α’, 8).
Ζωγραφίζεται δε ο Παντοκράτωρ αυστηρός και πράος συγχρόνως. Η κορυφή του είναι εστηριγμένη πάντοτε κατά τα εσπέρια, ήγουν κατά το βασίλευμα του ηλίου, ωσάν να βγαίνη εξ ανατολών ο Ήλιος της Δικαιοσύνης.
Φορεί από μέσα τον χιτώνα, οπού αφήνει να φανή γυμνόν έν μέρος του στήθους Του, και από επάνω είναι περιτυλιγμένος με πολύπτυχον ιμάτιον, οπού ενθυμίζει τον δαυϊτικόν ψαλμόν ο όποιος λέγει: «Άβυσσος ως ιμάτιον το περιβόλαιον Αυτού». Η δεξιά χειρ εγείρεται εις σχήμα ευλογίας, και η αριστερά κρατεί σφιγκτά επάνω εις το στήθος Του το Ευαγγέλιον, τον θείον Νόμον.
Πυκνά μαλλιά περιβάλλουν την μεγαλοπρεπή κεφαλήν, κυματίζοντα ελαφρώς, και οι πλόκαμοι πίπτουν ως ρεύματα ποταμού επάνω εις τον αριστερόν ώμον, χωρισμένα εις την μέσην. Το μέτωπον του Κυρίου είναι ηγεμονικόν, πλήρες σοφίας και δυνάμεως. Τα όμματα άγρυπνα και ατάραχα, προσβλέπουν μετά φιλανθρωπίας και συγκαταβάσεως τους ταπεινούς, αλλά μετ’ αυστηρότητος τους πονηρούς και υπερήφανους. Η μύτη Του είναι λεπτή και ευθεία. Το στόμα μικρόν και σοβαρόν. Οι μύστακες λεπτότριχοι και σύμμετροι, κλίνουν προς τα κάτω, κατά τον φυσικόν ασιατικόν τρόπον, και εκφράζουν πραότητα. Το γένειόν Του, κτενισμένον και σύμμετρον, ελαφρά χωρισμένον εις την άκραν. Ο λαιμός Του είναι ευρύς και στερεός, μαζί με εν μέρος του στήθους Του, οπού είναι γυμνόν. Από όλα τα χαρακτηριστικά του Κυρίου εκπέμπεται οσμή ευωδίας πνευματικής. Από την ακήρατον κορυφήν Του και από τα μαλλιά Του εβγαίνει σεμνή μεγαλοπρέπεια. Από τα ομμάτια Του αγάπη, αλλά και αυστηρότης «του ετάζοντος καρδίας και νεφρούς». Από την μύτην ευθύτης και ίλεος. Από το στόμα ειρήνη και συγγνώμη. Από τα μηλομάγουλά Του απλότης και αγαθότης. Από τον λαιμόν και από το στήθος έλεος και ευσπλαχνία. Από την δεξιάν χείρα ευλογία και χρηστότης. Από την αριστεράν, οπού κρατεί στερεά το άγιον Ευαγγέλιον, εκπορεύεται Νόμος ζωοποιός, ανακουφίζων τους κοπιώντας και πεφορτισμένους. Το γυριστόν σιαγόνι του φανερώνει ημερότητα και μακροθυμίαν. Από τον πώγωνά του στάζει μύρον αγιότητος. Από τον μανδύαν του, ο οποίος τον τυλίγει ωσάν το σύγνεφον οπού κρύβει τον ήλιον, διαχύνεται η μεγαλοπρέπεια του παντός.
Ο Παντοκράτωρ σταλάζει μέσα εις την ευλαβικήν ψυχήν όλα τα άγια αισθήματα, όντας Μέγας, Δυνατός, Παντουργος, Παντεπόπτης, Πράος, Φιλάνθρω¬πος, Σωτήρ, Κριτής, Ταπεινός, Αυστηρός, Ίλεως. Είναι κατά το ρήμα του προφήτου Ιεζεκιήλ, «ο Αετός ο Μέγας, ο μεγαλοπτέρυγος» οπού πετά επάνωθεν από τον φθειρόμενον κόσμον, αιώνιος, άφθαρτος. Δι’ αυτόν «χίλια έτη ως ημέρα η χθες, ήτις διήλθεν». Σύγνεφον βαρύ είναι διά τους πονηρούς, πλην διά τους πιστούς και ταπεινούς είναι ο Αθάνατος Ήλιος, η Πηγή της Ζωής, ο Ζωοδότης. Εγείρουν τους οφθαλμούς των προς Αυτόν, κράζοντες με αγαλλίασιν: «Εν τω φωτί της δόξης του προσώπου Σου πορευσόμεθα εις τον αιώνα.»
Εκεί επάνω γρηγορεί ημέρας και νυκτός, πρωί και εσπέρας, χειμώνα και θέρος, αναλλοίωτος, αιώνιος, προ πάντων των αιώνων και εις τον αιώνα του αιώνος. Ο αισθητός ήλιος ανατέλλει και δύει, πλην ο Κύριος δεν κουράζεται να εύλογη, εξ ετοίμου κατοικητηρίου Του, τον αμαρτωλόν κόσμον.
Οι άνεμοι πνέουν με βοήν γύρω εις τον αγιασμένον πύργον, μέσα εις τον οποίον κατοικεί ο Κύριος. Η βροχή, ο κρύσταλλος, η χιών, η χάλαζα, πνεύμα καταιγίδος, περνούν επάνωθέν Του. Εκείνος ευλογεί ησύχιος και μακρόθυμος, ο Άρχων της Ειρήνης. Ο ήλιος φλογίζει το κατοικητήριόν Του, ο λίβας ξηραίνει τα χόρτα οπού έχουν φυτρώσει επάνω εις την σκεπήν Του. Ο Κύριος ατάραχος αγρυπνεί επάνω εις τον κόσμον, ημέρας και νυκτός, εις τον αιώνα του αιώνος.
«Κατ’ αρχάς, Σύ, Κύριε, την γην εθεμελίωσας, και έργα των χειρών σου εισίν οι ουρανοί. Αυτοί απολούνται, Συ δε διαμένεις, και πάντες ως ιμάτιον παλαιωθήσονται, και ωσεί περιβόλαιον ελίξεις αυτούς και αλλαγήσονται. Συ δε ο αυτός ει, και τα έτη σου ουκ εκλείψουσιν.» (Ψαλμ. ρα’, 26.)
(Φ. Κόντογλου, «ΕΚΦΡΑΣΙΣ», τ. Α΄, σ. 94-95, 100-102)

Φώτης Κόντογλου

Μητροπολίτης Προικοννήσου Ιωσήφ

Ο Κόντογλου και οι Τούρκοι

28 Νοεμβρίου 2012
Ο μαστρο-Φώτης γεννήθηκε στη Μεγάλη Στεριά της Ανατολής, στο Αϊβαλί, κάτω από την Οθωμανική τυραννία, στα 1895. Παρά το ότι στις ελληνοπρεπέστατες Κυδωνίες η τουρκική παρουσία ήταν πολύ περιωρισμένη, εξ αιτίας των ιστορικών προνομίων της πόλεως, δεν ήταν δυνατόν να μη γνωρίσει τον Τουρκο από κοντά, κι άπ’ την καλή κι άπ’ την ανάποδη! Έζησε ώρες γαλήνης με τους Τούρκους, μα έζησε και ώρες μεγάλης αντάρας και οργής, με αποκορύφωμα τη Μικρασιατική Καταστροφή και τον βίαιο ξερριζωμό του, μαζί με μια λαοθάλασσα απάνθρωπα κατατρεγμένων ομογενών, από τη γη των πατέρων του, την Αιολική Γη, που τον έφερε πρόσφυγα δώθε της Άσπρης θάλασσας, με πρώτο σταθμό τη Λέσβο και τελικό την Αθήνα που τότε έψαχνε ακόμη την ταυτότητα της (…κι ακόμα δεν τη βρήκε, κατά που βλέπω!..).
Η παρουσία του Τούρκου στις ατέλειωτες σελίδες του λογοτεχνικού έργου του Κόντογλου, αδρή και πλούσια, παρουσιάζει συνήθως μιαν εικόνα καρδιογραφήματος. Φαίνεται πως όταν υπερίσχυαν οι αρνητικές ιστορικές μνήμες φούντωνε μέσα του ο θυμός κ’ η (δίκαιη αναμφίβολα) αγανάχτηση, κι έγραφε ανάλογα, στολίζοντας τους Τούρκους, και μάλιστα τους ηγέτες τους, με όλο τον πρεπούμενο «στολισμό της αισχύνης». Όμως, σε ώρες νηφάλιας περισυλλογής, έβλεπε και τα θετικά στοιχεία αυτού του τζαναμπέτη λαού, που η ιδιοτροπία της Ιστορίας τον έφερε πλάγι μας και, για αιώνες, πάνω στο κεφάλι μας, και δε δίσταζε να χρησιμοποιήσει γλώσσα γλυκειά, με λόγια αληθινής ανθρωπιάς, συμπόνοιας κι αγάπης. Άλλωστε ο μεγάλος Αϊβαλιώτης ήταν πάντα, πάνω άπ’ ο,τιδήποτε άλλο, ένας συνειδητός Χριστιανός, με παραδειγματική συνέπεια πίστεως και ζωής! Έτσι δεν ήταν δυνατόν παρά να βλέπει και τους Τούρκους ως «πλησίον», κατά τον άγιο λόγο του Χριστού και να τους συμπονά: «Κύριε Ιησού Χριστέ», εξομολογείται στο «θρηνητικό Συναξάρι του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου», «Εσύ με δίδαξες, και για τούτο δεν κλαίγω μοναχά απάνω στα μνημούρια των Χριστιανών, μα και των Τούρκων, επειδής έμαθα από τ’ άγιο στόμα Σου να πονώ μαζί με τον κάθε άνθρωπο».
Στον «Άγιο Γιώργη το Χιοπολίτη» γράφει: «Κι εδώ, σε τούτο το νησί που πατώ, (σημ.: την Αγία Παρασκευή του Αϊβαλιού) και περ’ από ‘δω, τα χώματα είναι βασανισμένα άπ’ τον Τούρκο. Όπου πατήσεις και όπου σταθείς, βλέπεις και θυμάσαι τη σκληρότη αυτουνού του σκύλου, που ξεπέζεψε σαν μερμηγκιά απάνου σε τούτα τ’ αρχαία χώματα, μπήκε μέσ’ στα σπίτια μας, πατσαβούριασε την τιμή μας, ρούφηξε το αίμα μας… Πως δεν ξεράθηκε για ούλους τους αιώνες το δέντρο που μαράθηκε άπ’ το φαρμακερό χνώτο αυτουνού του φιδιού!…Κάτ’ άπ’ το κάστρο αρχινάνε τα σπίτια, τα τουρκόσπιτα, μ’ ένα σωρό μιναρέδες ‘δω κι εκεί. Οι χαραμοφάγοι πήρανε τα χωράφια, πήρανε τ’ αμπέλια, δεν αφήκανε γης μηδέ για μνημούρι. Κι ο νοικοκύρης πήγε και λούφαξε κλωτσημένος μέσα στα λαγούμια, μέσα στα χαλάσματα, πεινασμένη λεμπεσουριά. Έτσ’ είναι ο νόμος του πολέμου για τον Τούρκο…». Στη «Μυτιλήνη, Γενουβέζικη και Τουρκεμένη•», σημειώνει με πόνο: «Οι Τούρκοι, παίρνοντας τη Μυτιλήνη, επιδοθήκανε, κατά τα συνηθισμένα τους, σε κάθε βαρβαρότητα. Αρπούσανε, σφάζανε, βιάζανε γυναίκες, δέρνανε δίχως αιτία, βασανίζανε, μ’ έναν λόγο κάνανε σαν διάβολοι, έχοντας για παράδειγμα τον άξιο σουλτάνο τους Μεχμέτ, που στάθηκε ο πιο σκληρόκαρδος, ο πιο αιμοβόρος, ο πιο αναίσθητος, ο πιο πρόστυχος κι αδιάντροπος άπ’ όλους τους σουλτάνους. Η μυρουδιά που βγάζει το αίμα ήτανε γι’ αυτόν το πιο έμορφο μυρουδικό. Οι θρήνοι και τα βογγητά της απελπισίας ήτανε για τ’ αυτιά του η πιο γλυκεία μουσική, θηριώδικη ψυχή! Χιλιάδες έσφαξε, κρέμασε, παλούκωσε, χώρισε στα τέσσερα, ατίμασε, άντρες και γυναίκες, μικρούς και μεγάλους, σε κάθε χώρα που πατούσε το καταραμένο ποδάρι του». Ανάλογα αναφέρει και στην «Πολιορκία της Χαλκίδας»: «Ανάμεσα σ’ ένα σωρό σκληρόκαρδους πολέμαρχους που φανήκανε στην Ανατολή, κανένας δεν ματόχωσε τον κόσμο σαν και κείνο τ’ αφορεσμένο Τουρκί που το γράψανε στην ιστορία Μεμέτη Καταχτητή. Αυτός δεν πρέπει να παρασταθεί με σκήμα ανθρώπου, μόνο σαν εκείνα τα φοβερά τέρατα της Αποκάλυψης. Μ’ όλο πόχουνε περάσει τόσα χρόνια από τότες που ψόφησε, η Χριστιανωσύνη ακόμα χλωμιάζει σαν ακούσει τ’ όνομα αυτουνού του Αντίχριστου… Ποιος έκοψε κεφάλια σαν κι αυτόν, ποιος άλλος σούβλισε, ποιος πριόνισε, ποιος παλούκωσε, ποιος επινόησε βασανιστήρια, ποιος ατίμασε γυναίκες, ποιος εμόλεψε παλληκαρόπουλα, ποιος ρεζίλεψε τιμημένα σπίτια, ποιος ξέθαψε κόκαλα, ποιος κατάπιε πλατείες σούμπιτες, ποιος σουργούνεψε χιλιάδες χώρες και χωριά, ποιος έκανε να τρέμει στεριά και θάλασσα, κι ούλα τα βασίλεια ν’ ασπροκαλιάζονε σαν τις κότες που τις κλώθει ο αϊτός;» Σπαραξικάρδια επίσης παρουσιάζει τη σκηνή του φοβερού «ντεβσιρμέ» (Παιδομαζώματος), ενός από τα πιο φρικώδη τουρκικά εγκλήματα σε βάρος του Ελληνισμού, πάλι στη «Μυτιλήνη – Γενουβέζικη και Τουρκεμένη»: «Σαν τα κοπάδια τα τρομαγμένα σπρωχνόντανε χιλιάδες άνθρωποι μπροστά στο σουλτάνο, σαν να ‘τανε η Δευτέρα Παρουσία, κι ο θρήνος κι ο αλαλαγμός ανέβαινε στον ουρανό. Μ’ ένα φοβερό γνέψιμο του σουλτάνου, πεντακόσια παλήηκάρια και κορίτσια αρπαχτήκανε από τους γενίτσαρους, για τα χαρέμια του αφέντη τους. Μέ σπαραγμό βλέπανε οι γονιοί να χωρίζουνται από τα παιδιά τους κι από τα εγγόνια τους, τ’ αδέρφια από τ’ αδέρφια. Μήτε να κλάψουνε ελεύθερα μπορούσανε, παρά ξεροκαταπίνανε τον πόνο τους, γιατί οποίος έδειχνε πως λυπότανε έχανε το κεφάλι του. Όλοι στεκόντανε σαν πεθαμένοι, κι ακούγανε τον ντελάλη που φώναζε τη σουλτανική διαταγή».
Από την άλλη μεριά τώρα, στο κείμενο «Έλληνες και Τούρκοι», διαπιστώνει: «Ενώ Τούρκος έχει πολλά καλά, είναι καλοκάγαθος, απλοϊκός και φιλόξενος, σαν δεν τον έχει πιάσει ο φανατισμός που τον κάνει από πρόβατο θερίο, αλλά είναι βαρύς κι αδιάφορος, δεν αγαπά τη δουλειά, δεν έχει το κέφι που έχει ο Έλληνας κι αυτή η φυσική νωθρότητά του χειροτερεύει από την πίστη που έχει στο «κισμέτ», στο γραφτό, κ’ έτσι κ’ η λίγη δραστηριότητά του χάνεται ολότελα».
Στο διήγημα «Τίμιος Κουρσάρος» ρίχνει τα «κατάξυλα» στον πόλεμο, που διαφθείρει τους ανθρώπους: «Οι Τούρκοι είναι καλοί και πονόψυχοι από φυσικό τους, πλην ο πόλεμος είναι σαν μια αρρώστεια που χτυπά και τους καλούς και τους κακούς και τους αγριεύει». Και μόνο το γεγονός ότι οι Τούρκοι είναι Ανατολίτες, κάνει τον πάντοτε συναισθηματικό Κόντογλου να τους θεωρεί, με αρκετή δόση από sancta simplicitas ασφαλώς, κι αυτούς ευλογημένους! «Στεριανοί και θαλασσινοί είχανε την Ανατολή για βλογημένη, γιατί εκεί γεννήθηκε ο Χριστός, κι από κει βγαίνει ο ήλιος, κι όσοι άνθρωποι γεννιούνται στην Ανατολή είναι βλογημένοι,Έλληνες και Τούρκοι». Στην «Κιβωτό της Ορθοδοξίας» συγκρίνει τους Παπικούς με τους Τούρκους και υπερτιμά χωρίς δισταγμό τους δεύτερους; «Όλοι οι υπήκοοι του Πάπα ερχόντανε στην Ανατολή ντυμένοι με προβατοπροβιά, ενώ ήτανε από μέσα λύκοι… Ενώ οι Τούρκοι κ’ οι άλλοι μωχαμετάνοι, μπορεί νάχανε τη σκληρότητα που έχουνε οι άνθρωποι του πολέμου, μα είχανε και καλωσύνη, πολλά γενναία αισθήματα, αγάπη στη δικαιοσύνη, φόβο Θεού, επειδής ήτανε πιο απλοί και ζούσανε πιο φυσική ζωή». Δεν διστάζει να ομολογήσει πως και από τον τουρκικό λαό αναδείχθηκαν Άγιοι στην Εκκλησία, προβάλλοντας με περισσή αγάπη και τρυφερή ευλάβεια έναν νεαρό Τούρκο Νεομάρτυρα, τον Άγιο Κωνσταντίνο «τον εξ Άγαρηνών» από τη Μυτιλήνη, που ομολόγησε τον Χριστό στο Αϊβαλί κι εμαρτύρησε στην Κωνσταντινούπολη στις 2 Ιουνίου 1819: «Ανάμεσα στους πολλούς Νεομάρτυρες είναι κ’ ένας που ήτανε Τούρκος, και τον φώτισε ο Θεός, κι όχι μοναχά έγινε Χριστιανός, αλλά και μαρτύρησε για τον Χριστό, «αναφανείς εξ ακανθών ως ρόδον εύοσμον, και τω του θείου λουτρού βαπτίσματι αναγεννηθείς»… Σαν πέρασε η πανούκλα, εκείνο το βλογημένο Τουρκάκι μπήκε σ’ ένα καΐκι που πήγαινε στο Άγιον Όρος…».
Όμως, η πιο εντυπωσιακή κατάθεση, είναι εκείνη μιας προπολεμικής ιδιωτικής επιστολής του (σαραντάχρονου τότε) Κόντογλου στον Κωνσταντινουπολίτη φίλο και συνεργάτη του Αβραάμ Παπάζογλου, αδημοσίευτης μέχρι σήμερα, άπ’ όσο ξέρουμε, το πρωτότυπο της οποίας βρίσκεται στο ΕΛΙΑ (Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο) των Αθηνών, προσφορά της αδελφής του παραλήπτη Θάλειας Νεμπάρη, και αντίγραφο της υπάρχει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, άπ’ όπου και τη λάβαμε. Την παραθέτουμε αυτούσια, διατηρώντας την ορθογραφία (η υπογράμμιση δική μας), με τη ρητή προειδοποίηση ότι δεν είναι καρπός της πλήρους ωριμότητας του συγγραφέα. Τη γράφει ο Κόντογλου του Πέδρο Καζα, της Βασάντας και του Αστρολάβου. Όχι ο Κόντογλου του Μυστικού Κήπου και της Αγιασμένης Ελλάδας!
«Γράφω στην Αθήνα, στις 28 Νοέμβρη του 1935.
Αγαπητέ μου φίλε, Παπάζογλου.
Μέ συγκίνησε πολύ το γράμμα σου γιατί είνε γραμμένο από άνθρωπο, σπάνιο πράμα για τα χρόνια μας. Σε φχαριστώ από καρδιάς. Σε φχαριστώ και για τη φωτογραφία. Μου κάνεις πολλή τιμή να κοπιάζης να μετάφρασης τόσα πράματα. Ας είσαι καλά. Από την άλλη μεριά χαίρουμαι που έδωσα σ’ έναν άνθρωπο πνευματική τροφή και τόσο φχαριστήθηκε που θέλει να δώση από δαύτη και σ’ άλλους. Δηλαδή τους Τούρκους, που τους αγαπώ σαν αδέλφια και θέλω να το μάθουνε. Ανάθεμα στην ιστορία που συντείνει να χωρίζουνται οι άνθρωποι. Αύτη την ιστορία, τη μητρυιά της ανθρωπότητας πρέπει να τη στείλουμε πειά στο διάβολο. Οι Τούρκοι είναι από φυσικό τους πειό αγαθοί από μας, ράτσα καλή, σεμνή κι αξιαγάπητη. Πάντα λέγω πως είμαι τουρκομερίτης, πολλές φορές βρήκα και το μπελά μου από κουτούς εθνικιστές, που, δόξα σοι ο Θεός είνε πολύ λίγοι, σχεδόν τίποτα σήμερα. Σε παρακαλώ γράψε πως έχω τέτοια αισθήματα για τους πατριώτες μου. Στις ζουγραφιές που κάνω, και το βιβλία που γράφω βάζω απουκάτου
από τόνομά μου «Αϊβαλιώτης».
Σε ζάλισα μαυτά τα λόγια, μα συμπάθησε με. Διψώ πειά αγάπη, γιατί είνε τόσο λίγη στα χρόνια μας, και σημείωσε δεν είμαι αδύνατος άνθρωπος.
Σε φχαριστώ για όσα λες να μου γράψεις και να ξέρεις πως δεν θα πάνε χαμένα. Η πεθυμιά μου είνε νάρτω καμμιά φορά στην Τουρκιά, να προσκυνήσω τάγια χώματα. Ξέρω καλά πως θάρτη ώρα να βγούνε ξανά πολύ μεγάλα πράμματα από την Ανατολή.
Γεια σου το λοιπόν και να με λογαριάζεις κ’ έσύ σαν αδερφό σου. Σε χαιρετά και η γυναίκα μου. Γεια σου, Γεια σου,
Φώτης»
Καρδιογράφημα, λοιπόν, αλλά με έντονες καμπύλες ζωή! Όχι ευθύγραμμον, καταληκτήριον!… «Τα επίλοιπα της αναγνώσεως», κατά το αγιορειτικόν, εν «ώραις αισίαις» ελληνο-τουρκικών, τουρκο-ευρωπαϊκών, αμερικανο-τουρκικών, τουρκο -ελληνο-αμερικανικών, ελληνο-τουρκο-αμερικανο-ευρωπαϊκών και λοιπών προσεγγίσεων και ειδυλλίων, δι’ ευχών των Αγίων Νεομαρτύρων Αχμέτ του Κάλφα και Κωνσταντίνου του Μυτιληναίου «των εξ’ Αγαρηνών», τα αφήνουμε «επ’ ελπίσι χρησταίς» στα χέρια του Κυρίου της Ζωής, παρά τω Οποίω, δόξα νάχει τ’ όνομα Του!, «ουκ ενι Ιουδαίος ουδέ Έλλην», ούτε -όγλου, ούτε -ίδης, ούτε -όπουλος, μηδέ Τούρκος, μηδέ Ρωμηός!…
 Πηγή: Περιοδικό Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς «Πειραϊκή Εκκλησία», Απρίλιος 2009

Ιωάννης Φ. Αθανασόπουλος, Θεολόγος – Φιλόλογος, Λυκειάρχης Αρσακείου Πατρών & Υπεύθυνος Συντονισμού


Η αφιέρωση του παρόντος τόμου των «ΔΙΠΤΥΧΩΝ» [σ.σ. του 2006] της Εκκλησίας της Ελλάδος στον μακαριστό Φώτιο Κόντογλου αποτελεί ευώδες μνημόσυνον στην μνήμη εκείνου, ο οποίος με το ορθόδοξο εκκλησιαστικό του φρόνημα και την βαθιά θρησκευτικότητά του, με τον «χυμώδη λόγον αληθείας» και με την «πολύφωνη γλώσσα των χρωμάτων και των σχημάτων της εσωτέρας ησυχίας και σιωπής», ανεδείχθη ο φλογερός απόστολος της Ορθοδοξίας, ο μέγας απολογητής της πίστεως, ο υπέρμαχος προστάτης της Ελληνορθόδοξου Παραδόσεως. Είναι ο ελάχιστος φόρος τιμής προς εκείνον ο οποίος, με το πολυσχιδές και ασυνήθους ευρύτητος έργο του, έδειξε κατευθύνσεις στον αδιέξοδο πνευματικό λαβύρινθο της εποχής του και συνέβαλε στην αφύπνιση της υπνώττουσας συνειδήσεως του σύγχρονου Ελληνισμού.

Υιός του Νικολάου Αποστολέλλη και της Δέσποινας Κόντογλου, αδελφής του ηγουμένου της Ιεράς Μονής Αγίας Παρασκευής Κυδωνιών, Αρχιμανδρίτου Στεφάνου Κόντογλου, το επώνυμο του οποίου έλαβε και με το οποίον έκτοτε είναι γνωστός, εγεννήθη την 8ην Νοεμβρίου 1895 στο Αϊβαλί (Κυδωνιές) της Μ. Ασίας και εκοιμήθη την 13ην Ιουλίου 1965 στην Αθήνα, σε ηλικία 70 ετών. Τους μαθητικούς του χρόνους επέρασε στην πατρίδα του, το Αϊβαλί, όπου και ετελείωσε το τότε Σχολαρχείο και το Γυμνάσιο. Από μικρός εγαλουχήθη στα νάματα της Ορθοδόξου Χριστιανικής πίστεως και εδέχθη τον ζώντα Λόγον του Θεού με εκπληκτική ευαισθησία. Ακολούθως ήλθε στην Αθήνα, για να σπουδάσει ζωγραφική στην Σχολή Καλών Τεχνών, στην οποία έγινε αμέσως δεκτός στο τρίτον έτος. Δεν έμεινε όμως ικανοποιημένος από τις σπουδές του, γι’ αυτό και δεν τις ολοκλήρωσε. Ταξίδεψε σε αρκετά μέρη και έζησε στην Γαλλία έξι έτη, όπως δε γράφει ο ίδιος αυτοβιογραφούμενος, επιδόθηκε με πάθος στην Βυζαντινή Τέχνη και με την μελέτη της προσπάθησε να δημιουργήσει ύφος Ελληνικό στην ζωγραφική, εμπνευσμένο από την τέχνη του μεσαίωνα, την τουρκοκρατία και από το αθάνατο λαϊκό Ελληνικό πνεύμα. Ζούσε ζωγραφίζοντας, γράφοντας και ονειροπολώντας περισσότερο.
Επέστρεψε στην γενέτειρά του το 1919 και διορίσθηκε καθηγητής της Γαλλικής γλώσσας και της Ιστορίας τής Τέχνης στο παρθεναγωγείο του Αϊβαλίου, στο οποίον εδίδαξε δύο χρόνια. Κατά την Μικρασιατική καταστροφή κατέφυγε με την οικογένειά του στην Λέσβο και από εκεί στην Αθήνα, όπου εγκαταστάθηκε μονίμως.
Στην Αθήνα συνεπώς τον Κόντογλου τον έφερε η θύελλα της καταστροφής, «τα αιόλια δρολάπια» της προσφυγιάς. Και από τα άγια εκείνα μέρη, που είναι καθαγιασμένα με τα τίμια αίματα των Μαρτύρων και Ομολογητών της πίστεως, με τα ιερά λείψανα των Οσίων και των Πατέρων της Εκκλησίας, που είναι το λίκνον του Χριστιανισμού και της Ορθοδοξίας, ο Κόντογλου έφερε μαζί του «ό,τι πιο πολύτιμο από την δύουσα καθ’ ημάς Ανατολή· Μας έφερε το πνεύμα της Ρωμιοσύνης, που στο ελλαδικό κρατίδιο είχεν αποθάνει», ολοζώντανο το όραμα και την αγάπη για την χαμένη πατρίδα του.
Νοσταλγός και μύστης της Ελληνορθόδοξου Παραδόσεως, μετά την εγκατάσταση του στην Αθήνα επιδίδεται με ένθεο ζήλο στην συγγραφή βιβλίων και αναδεικνύεται με την όλη πεζογραφική του δημιουργία, με το ιδιόμορφο, το πολυσήμαντο και εντελώς προσωπικό γλωσσικό του ύφος, ο ευσεβής λογοτέχνης και στοχαστής με πλούσια και πρωτότυπη φαντασία, ο ανεπανάληπτος εκφραστής του Ελληνισμού της Ανατολής, ο βαθύτατα θρησκευόμενος συγγραφέας, «ο γενναίος Έλληνας πατριώτης… ο ποιητής της Ελληνορθόδοξου Παραδόσεως».
Έξοχος χειριστής του καλάμου, με βαθύ και πηγαίο λογοτεχνικό τάλαντο, έθρεφε πνευματικώς χιλιάδες ευσεβών χριστιανών με τις συγγραφές του. Τα προϊόντα της γραφίδος του, διακρινόμενα για την δύναμη του λόγου, την περιγραφική ικανότητα και την αριστοτεχνική τους δομή, κατ’ εξοχήν όμως για το ορθόδοξο, αγιοπατερικο και παραδοσιακό υπόστρωμα των επιχειρημάτων του, εκφράζουν όλη την οδύνη της «Πονεμένης Ρωμιοσύνης», χρωματίζουν το δράμα της φυγής του Ελληνισμού από τις πανάρχαιες πατρογονικές του εστίες, δονούνται από βαθιά πίστη στις αξίες του Ελληνισμού και της Ορθοδοξίας. Έχουν την σφραγίδα της δικής του προσωπικότητας που εκδηλώνεται παντού με μια σταθερή ελληνολατρία και με έναν έντονο χριστιανικό μυστικισμό. Καταγράφει περίτεχνα τα ήθη, τους ανθρώπους, τα γεγονότα, την φύση της πατρίδας του με απαράμιλλη παραστατικότητα και με λυρικότητα νοσταλγική. Όταν διαβάζει κανείς τα κείμενα του Κόντογλου, γράφει ο I. Ν. Θεοδωρακόπουλος, «νομίζει ότι είναι το ίδιο το πνεύμα της παραδόσεως που γράφει και όχι ένας άνθρωπος. Το πνεύμα της Παραδόσεως μέσα στον Κόντογλου έγινε προσωπικό. Η μορφή του Κόντογλου, μέσα στην νεοελληνική τέχνη, λογοτεχνία και πνευματική ζωή, είναι μοναδική».
Ο Κόντογλου ως συγγραφέας υπήρξε πολυγραφώτατος. Και μόνον η απλή αναγραφή των τίτλων των έργων του θα καταλάμβανε πολύν από τον περιορισμένο χώρο του παρόντος αφιερώματος. Εκτός δε από τα βιβλία του, προϊόντα επίπονου μόχθου και καταστάλαγμα γνώσεως και εμπειρίας, με κορυφαίο το μνημειώδες δίτομο έργο του, «Βίβλος καλούμενη Έκφρασις. Ήγουν ιστορησις της παντίμου Ορθοδόξου Αγιογραφίας της και λειτουργικής καλούμενης. […] “Αστήρ” 1960», ο ίδιος έχει εγκατασπείρει και άφθονα άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά ποικίλου ενδιαφέροντος και περιεχομένου. Όλα δε τα γραπτά του έχουν ως κυριώτερο χαρακτηριστικό στοιχείο την χριστιανική πίστη που τα διαποτίζει.
Παραλλήλως με το λογοτεχνικό συγγραφικό του έργο ο Κόντογλου εργάσθηκε, με ανάλογο παραγωγικό πλούτο, ως αγιογράφος και ζωγράφος της Ελληνορθόδοξου Παραδόσεως, ιστορήσας πολλούς ναούς των Αθηνών και της επαρχίας και φιλοτεχνήσας αναρίθμητες φορητές εικόνες. Με άπειρες γνώσεις σε θέματα παραδοσιακής πνευματικότητας, ανεδείχθη χαρισματούχος καλλιτέχνης, λάτρης και μύστης τής βυζαντινής αγιογραφίας και της εν Χριστώ ζωής. Με τα έργα του επανέφερε την εκκλησιαστική ζωγραφική και εικονογραφία στην γνήσια μεταβυζαντινή εικονολογική παράδοση τής Ορθοδόξου Εκκλησίας, όλες δε οι νωπογραφίες του και οι φορητές εικόνες, όπως και οι ζωγραφικές του συνθέσεις, αποπνέουν το άρωμα της Ορθοδοξίας. «Αυστηρές, ασκητικές, εξαϋλωμένες οι μορφές του, τα περιγραφικά θέματα του, όλα είναι προσαρμοσμένα στο ύφος και το ήθος της Βυζαντινής Εκκλησιαστικής Τέχνης».

Φώτης Κόντογλου, Αγιογράφος – Λογοτέχνης – Ζωγράφος


Το εικονοστάσιον, κοινώς τέμπλον, του ιερού ναού χωρίζει το Άγιον Βήμα από τον κυρίως ναόν. Πρέπει δε να είναι χαμηλόν, διά να φαίνεται η Θεοτόκος Πλατυτέρα, και να έχη τρεις θύρας, ήγουν εις το μέσον την Ωραίαν Πύλην, και δύο πλαγίας μικρότερας θύρας. Να έχη και θυρίδας, εις τας οποίας να μπαίνουν αι εικόνες, ζωγραφισμένες επάνω εις σανίδι.
Η δε θέσις των Ιερών εικόνων είναι αύτη: Δεξιόθεν της Ωραίας Πύλης ίσταται η εικών της Θεοτόκου Βρεφοκρατούσης και αριστερόθεν η εικών του Χριστού. Εις την θυρίδα οπού ευρίσκεται παραπλεύρως της Παναγίας εκ δεξιών, ίσταται η εικών του αγίου ή της εορτής εις την οποίαν αφιέρωται ο ναός, εις δε την θυρίδα όπου ευρίσκεται παραπλεύρως του Κυρίου, ίσταται ο Τίμιος Πρόδρομος. Εις τας άλλας θυρίδας τοποθετούνται αι εικόνες των λοιπών αγίων. Η τοιαύτη διάταξις των εικόνων είναι κανών διά τας ορθοδόξους εκκλησίας.
Υπεράνωθεν της σειράς ταύτης των μεγάλων εικόνων τοποθετούνται μέσα εις μικροτέρας θυρίδας αι εικόνες των Αγίων Αποστόλων, εχουσαι εις το μέσον, ύπερθεν της Ωραίας Πύλης, την εικόνα της Δεήσεως, ή αι εικόνες του Δωδεκαόρτου, ήγουν: ο Ευαγγελισμός, η Γέννησις, η Υπαπαντή, η Βάπτισις, η Μετομόρφωσις, η Έγερσις του Λαζάρου, η Βαϊφόρος, ο Μυστικός Δείπνος, η Σταύρωσις, η Ανάστασις, η Ανάληψις και η Πεντηκοστή. Εάν αι θυρίδες είναι περισσότεροι των δώδεκα, πρόσθεσον και άλλας υποθέσεις, ως είναι η ίασις του Τυφλού ή του Παραλύτου, ή άλλο τι θαύμα, η Προδοσία, η Αποκαθήλωσις, ο Επιτάφιος Θρήνος, αι Μυροφόροι, η Ψηλάφησις του Θωμά.Επίσης, εάν θέλης να βάλης τους αποστόλους, και αι θυρίδες είναι περισσότεραι των δώδεκα, βάλε και κάποιους από τους Εβδομήκοντα, ως τον Λουκάν, Μάρκον, Ιάκωβον τον Αδελφόθεον, Ματθίαν, Ανανίαν, Βαρνάβαν, Τίτον, Τιμόθεον, Φιλήμονα, Νικάνορα κλπ.
Εις την Ωραίαν Πύλην τοποθετούνται, διά να την κλειούν, εις το άνω μεν μέρος ή παραπέτασμα, ή η εικών του Χριστού ως Μεγάλου Αρχιερέως, εις δε το κάτω μέρος τα λεγόμενα βημόθυρα, ήγουν δύο χαμηλά ξυλόγλυπτα θυρόφυλλα, επάνω εις τα οποία είναι ζωγραφισμένα εικονίδια οπού παριστάνουν ή τον Ευαγγελισμόν, και κάτωθεν τον Δαυίδ και Σολομώντα, ή τους κορυφαίους Αποστόλους Πέτρον και Παύλον, ή τους τέσσαρας ευαγγελιστάς.
Εις τας δύο πλαγίας θύρας ζωγραφίζονται οι Αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ. Από τας εικόνας όπου ίστανται εις το εικονοστάσιον, αι δύο παρά την Ωραίαν Πύλην, του Χριστού και της Παναγίας, λέγονται δεσποτικαί εικόνες.
Εις την κορυφήν του εικονοστασίου και υπεράνω της Ωραίας Πύλης τοποθετείται Σταυρός ξυλόγλυπτος, έχων επ’ αυτού ζωγραφισμένον τον Χριστόν εσταυρωμένον, και από το δεξιόν μέρος του Σταυρού ίσταται η Θεοτόκος, ιστορημένη επί πινακίδος, ωσαύτως αριστερόθεν ίσταται ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος. Τα δύο ταύτα εικονίδια ονομάζονται λ υ π η ρ ά εις την γλώσσαν της αγιογραφίας.
(Φ. Κόντογλου, «ΕΚΦΡΑΣΙΣ», τ. Α΄, σ. 89-90)

Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2015

ΘΕΟΤΟΚΑΡΙΟΝ ΑΓ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΙΤΟΥ

ΘΕΟΤΟΚΑΡΙΟΝ - ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΕ ΣΩΣΟΝ ΗΜΑΣ«Να διαβάζεις κάθε μέρα το Θεοτοκάριο. Αυτό θα σε βοηθήσει πολύ να αγαπήσεις την Παναγία


«Να διαβάζεις κάθε μέρα το Θεοτοκάριο. Αυτό θα σε βοηθήσει πολύ να αγαπήσεις την Παναγία

Τὸ Θεοτοκάριον εἶναι µοναχικὸ βιβλίο, τὸ ὁποῖο περιέχει κανόνες πρὸς τιµὴν τῆς Θεοτόκου σὲ ὅλους τοὺς ἤχους, διαφόρων ὑµνογράφων, οἱ ὁποῖοι ψάλλονται στὰ µοναστήρια ἀπὸ εὐλάβεια πρὸς τὴν Παναγία. Χρήση τοῦ Θεοτοκαρίου στὸν κόσµο γίνεται κυρίως τὴν περίοδο τῆς µεγάλης Σαρακοστῆς(ἀπὸ τὴν β΄ ἑβδοµάδα τῶν νηστειῶν καὶ ἐντεῦθεν), ὁπότε καὶ χρησιµοποιεῖται
στὴν ἀκολουθία τοῦ µεγάλου ἀποδείπνου.

Ο πατήρ Παΐσιος έλεγε σε κάποια Μοναχή: «Να διαβάζεις κάθε μέρα το Θεοτοκάριο. Αυτό θα σε βοηθήσει πολύ να αγαπήσεις την Παναγία. Και να δεις η Παναγία μετά!...Θα σου δώσει μεγάλη παρηγοριά»! 
«Και πότε να διαβάζω το Θεοτοκάριο», τον ρώτησε αυτή η Μοναχή. «Το βράδυ ή το πρωί;». 
«Καλύτερα τις πρωινές ώρες – της απήντησε ο Γέροντας –, ώστε αυτά που διαβάζεις, να τα έχεις στο νου σου όλη την ημέρα. Το Θεοτοκάριο πολύ βοηθάει. Θερμαίνεται η καρδιά και συγκινείται».
 Και μνημόνευε ο άγιος Γέροντας Παΐσιος τον Αγιορείτη παπα-Κύριλλο, τον Ηγούμενο της Μονής Κουλτουμουσίου, που δεν μπορούσε να συγκρατηθεί από τους λυγμούς και τα δάκρυα, όταν διάβαζε το Θεοτοκάριο!


Αυτό που κυρίως έκανε γνωστό τον Άγιο Νικόδημο ως θεοτοκόφιλο συγγραφέα είναι το γνωστό συλλεκτικό έργο «Θεοτοκάριο», το οποίο από την εποχή του Αγίου Νικοδήμου έχει εισαχθή προς χρήση στην λατρεία ιδιαίτερα στις μονές του Αγίου Όρους. Στο έργο αυτό ο Άγιος έχει συγκεντρώσει εξηνταδύο κανόνες (62) εικοσιδύο (22) μεγάλων υμνογράφων, στους οποίους μάλιστα, δίδει ωραίους χαρακτηρισμούς: 
«Λέγω δη Ανδρέας ο Κρήτης, ο αρχηγός των μελωδών και κύκνος της Εκκλησίας ο λιγυρόφωνος. Ιωάννης ο Δαμασκηνός, η μουσικωτάτη και γλυκύφωνος του Χριστού αηδών. Θεοφάνης Νικαίας ο Γραπτός, ο ηδύλαλος και ωδικώτατος κόττυφος. Ιωσήφ Υμνογράφος, η πολύφωνος, και τορόφωνος των πιστών χελιδών». Συνεχίζει για τους είκοσι δύο υμνογράφους να βρίσκει παρόμοιους χαρακτηρισμούς. 

Σχετικά με το «Θεοτοκάριο» υπάρχει μία συγκινητική σύσταση προς τον π. Θεόκλητο του γνωστού Γέροντος Αθανασίου του Ιβηρίτου, μεγάλου λάτρη και υμνητή της Παναγίας μας, ο οποίος επί πολλά έτη διετέλεσε βιβλιοθηκάριος της Ι. Μονής των Ιβήρων. Του γράφει τα εξής ο Γέροντας Αθανάσιος: «Να αφήσεις ένα Χαιρετισμόν από τους τρεις και να εισαγάγης το Θεοτοκάριον καθ' ημέραν. Θα ευαρεστήσης τη Δεσποίνη και τω συλλέκτη Αγίω Νικοδήμω. Πρόσεξε την σκέψιν ταύτην, που μου επήλθεν εν στιγμή αναγνώσεως του Θεοτοκαρίου. Οι Χαιρετισμοί και το Θεοτοκάριον, ο ουρανός και η γη να παρέλθουν, αυτά όμως να μη λείψουν καμμίαν ημέραν του έτους».



Ο ἅγιος Νεκτάριος, πού μέ τή Χάρι τοῦ Θεοῦ καί τήν ἁγιότητά του εἵλκυσε στούς καιρούς μας τήν ἀγάπη, τήν τιμή καί τήν εὐλάβεια ὅλων τῶν ᾿Ορθοδόξων, ἦταν καί πολυγραφώτατος συγγραφεύς. Τό ἁγιασμένο πνεῦμα του μᾶς ἄφησε συγγράμματα θεολογικά, δογματικά, λειτουργικά καί οἰκοδομητικά, πού κυκλοφοροῦν καί μελετῶνται ἀπό πολλούς πιστούς.
Συγχρόνως εἶχε καί χάρισμα ποιητικό, ὑμνογραφικό καί ἀνύμνησε μέ αὐτό πρό πάντων τήν ῾Υπεραγία Θεοτόκο, τήν ὁποία ἰδιαιτέρως εὐλαβεῖτο.

Συνέθεσε πολλούς ὕμνους καί ὠδές πρός τήν ᾿Αειπάρθενον, πού ἀπετέλεσαν μιά ὡραία συλλογή μέ τίτλο «Θεοτοκάριον». Στήν εἰσαγωγή αὐτοῦ τοῦ βιβλίου ἀναφέρει ὁ ἴδιος ὅτι οἱ ὕμνοι του αὐτοί εἶναι ἔκφρασι τῆς εὐγνωμοσύνης του πρός τήν Παναγία.
«᾿Εποίησα ᾠδάς τινας καί ὕμνους πρός αἴνεσιν καί ἀνύμνησιν τῆς Παναγίας Μητρός τοῦ Κυρίου, τῆς Γοργοεπηκόου καί ταχείας εἰς ἀντίληψιν, βοήθειαν καί προστασίαν τῶν ἐπικαλουμένων αὐτήν, καί πρός ἔκφρασιν τῆς ᾿Απείρου πρός αὐτήν εὐγνωμοσύνης μου διά τάς πολλάς πρός ἐμέ Αὐτῆς εὐεργεσίας».

Στίς ᾿Ωδές καί στούς ῞Υμνους αὐτούς ἀπευθύνεται ὁ ῞Αγιος μέ θερμό καί προσωπικό τρόπο πρός τήν Θεοτόκο καί καταφεύγει μέ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στήν Χάρι της.
«Παναγία μου, Δέσποιν᾿ ἐπάκουσον,
εἰς τήν Σήν παρρησίαν ἐπήλπισα»,
λέγει στήν Α´ ᾿Ωδή. Καί στόν Ζ´ ῞Υμνο προσθέτει·
«Δέσποινά μου Θεοτόκε,
ἡ ἐλπίς μου, ἡ ἰσχύς μου,
ἡ θερμή μου προστασία
σκέπη καί καταφυγή μου...».
Ωρισμένοι ἀπό τούς ὕμνους τοῦ ῾Αγίου, ὅπως ὁ πασίγνωστος καί κοσμαγάπητος «῾Αγνή Παρθένε», μελοποιήθηκαν καί ψάλλονται καί εὐφραίνουν τήν καρδιά μας.


῞Ολοι δέ γενικά οἱ ὕμνοι τοῦ «Θεοτοκαρίου» του βοηθοῦν στίς προσευχές μας καί στήν ἔκφρασι τῆς τιμῆς μας πρός τήν Θεομήτορα.

ΘΕΟΤΟΚΑΡΙΟΝ ΑΓ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΙΤΟΥ