Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015

Τα μάγια. ΠΑΙΣΙΟΣ

Τα μάγια.


- Επειδή πολλές φορές σας μίλησα γιά τον Παράδεισο, γιά τους Αγγέλους και γιά τούς Αγίους, γιά νά βοηθηθητε, τώρα θά σάς πώ και λίγα γιά τήν κόλαση και γιά τούς δαίμονες, ώστε νά γνωρίσετε μέ ποιους παλεύουμε, πάλι γιά νά βοηθηθητε.
Ήρθε στό Καλύβι ένας νεαρός μάγος άπό τό Θιβέτ και μου διηγήθηκε πολλά άπό τήν ζωή  του.  Αυτό  τό  παιδί,  μόλις  άπογαλακτίστηκε,  τό  αφιέρωσε  ό  πατέρας  του,  σέ  ηλικία τριών  χρόνων,  σέ  μιά  ομάδα  τριάντα  μάγων  ανωτέρου  βαθμού  στό  Θιβέτ,  γιά  νά  τό μυήσουν  στήν  τέχνη  τους.  Έφθασε  στον  ενδέκατο  βαθμό  μαγείας- ό  δωδέκατος  είναι  ό ανώτερος.  Δεκαέξι  χρόνων  έφυγε άπό  τό  Θιβέτ  και  πήγε  στήν  Σουηδία,  γιά  νά  δη  τον πατέρα του. Εκεί συνάντησε τυχαίως έναν ορθόδοξο Ιερέα, πολύ πιστό, και του ζήτησε νά συζητήσουν. Ό νεαρός μάγος δέν ήξερε καθόλου τί θά πή Ιερεύς ορθόδοξος. Στήν αίθουσα λοιπόν πού κάθησαν νά συζητήσουν, άρχισε νά τού κάνη μερικές άπό τις μαγείες του, γιά νά  δείξη  τήν  δύναμη  του.  Κάλεσε  ένα  άρχικό δαιμόνιο,  τον  Μήνα,  και  του  είπε:  Θέλω νερό.  Σηκώνεται  ένα  ποτήρι  από  τήν  κουζίνα,  πηγαίνει  μόνο  του  στην  βρύση,  ανοίγει  ή βρύση,  γεμίζει,  περνάει  από  τήν  κλειστή  τζαμαρία  και  έρχεται  στήν  αίθουσα.  Τό  πήρε εκείνος  και  ήπιε.  Μετά  παρουσίασε  στον  ίερέα,  μέσα  στήν  αίθουσα,  όλο τό  σύμπαν,  τόν ουρανό,  τά  αστέρια.  Χρησιμοποίησε  μαγείες  τετάρτου  βαθμού  και  θά  προχωρούσε  μέχρι τόν ενδέκατο βαθμό. Ρώτησε τότε τόν ίερέα πώς τά έβλεπε όλα αυτά. ‘Ήμουν έτοιμος, μού είπε, νά τόν σκοτώσω, άν μού έβριζε τόν σατανά. Ό ιερεύς όμως δεν τού είπε τίποτε. Τότε του  λέει  ό  νεαρός:  Γιατί  δεν  μού  κάνεις  κι  εσύ  σημεία;.  Ό  δικός  μου  Θεός  είναι ταπεινός, απάντησε ό ιερεύς και έβγαλε έναν σταυρό και τού τόν έδωσε νά τόν κράτηση.
Κάνε  πάλι  σημεία,  τού  λέει.  Ό  νεαρός  κάλεσε  τόν  Μήνα,  τό  αρχικό  δαιμόνιο,  άλλα  ό Μήνας έτρεμε, δεν τολμούσε νά πλησίαση. Καλεί τόν Σατάν και εκείνος τό ίδιο έβλεπε τόν σταυρό και δεν πλησίαζε. Του είπε μόνο νά σηκωθή νά φύγη γιά τό Θιβέτ. Ό νεαρός τότε έβρισε τόν Σατάν: Τώρα κατάλαβα, τοϋ είπε, ότι ή μεγάλη σου δύναμη είναι μιά μεγάλη αδυναμία. Στήν συνέχεια κατηχήθηκε κάπως άπό τόν καλό ίερέα, ό όποιος του μίλησε καί γιά τούς Αγίους Τόπους, γιά  τό Άγιον Όρος κ.λπ. Έφυγε λοιπόν άπό τήν Σουηδία καί πήγε στά  Ιεροσόλυμα, όπου είδε  τό Άγιο Φώς. Άπό εκεί  πήγε στήν  Αμερική,  γιά  νά  βρίση  τούς σατανιστές  πού  γνώριζε,  γιά  νά  αλλάξουν  μυαλό  – ό  Θεός  τόν  έκανε  τόν  καλύτερο ιεροκήρυκα -, καί άπό ‘κεί ήρθε στό Αγιον Όρος.
Ό  Καλός Θεός σκανδαλωδώς τόν βοήθησε, επειδή άπό μικρός  είχε  άδικηθή.  Κάνετε όμως προσευχή,  γιατί  τόν  πολεμούν  οί  μάγοι  μέ  όλους τούς  δαίμονες.  Αφού  έμενα πολεμούν,  όταν έρχεται  νά  τόν  βοηθήσω,  πόσο  μάλλον  εκείνον.  Του  διαβάζουν  οί  ιερείς εξορκισμούς  καί  ανοίγουν  τά  χέρια  του  καί  τρέχουν  αίμα.  Τό  καημένο  τό  παιδί  πολύ  τό ταλαιπωρούν οί δαίμονες, ενώ πρώτα, πού είχε φιλία μαζί τους, δεν τό πείραζαν, αλλά τό
βοηθούσαν  και  τό  εξυπηρετούσαν.  Εύχεσθε.  Πρέπει  όμως  και  τό  ίδιο  πολύ  νά  προσέξη, γιατί λέει τό Ευαγγέλιο ότι τό ακάθαρτο πνεύμα, όταν βγή από τόν άνθρωπο, ­πορεύεται καί παραλαμβάνει μεθ’ εαυτού επτά έτερα πνεύματα πονηρότερα εαυτού, και εισελθόντα κατοικεί εκεί, και γίνεται τά έσχατα του ανθρώπου εκείνου χείρονα των πρώτων.

Βοήθεια στους δαιμονισμένους ΠΑΙΣΙΟΣ

Βοήθεια στους δαιμονισμένους


- Γέροντα, κάπου γράφει ότι ό διάβολος εμφωλεύει στήν καρδιά τού δαιμονισμένου,
άλλά  δέν  θέλει  νά  τό  ξέρη  αυτό  ό άνθρωπος, γιά  νά  μήν  τόν πολεμήση μέ  τήν  ευχή.  Έτσι είναι;
– Ναί, γιατί τό δαιμόνιο έχει δικαίωμα νά καθήση μέσα στον δαιμονισμένο ένα διάστημα
καί μπορεί νά λουφάζη, ένώ μέ τήν ευχή ζορίζεται, επαναστατεί καί μπορεί νά φύγη. Ή ευχή
είναι βαρύ πυροβολικό γιά τόν διάβολο. Μού είχαν φέρει στο Καλύβι ένα παλληκάρι δαιμο-
νισμένο πού έλεγε συνέχεια τήν ευχή. Ό πατέρας του ήταν μοναχός, άλλά πέταξε τά ράσα
καί παντρεύτηκε, καί τό καημένο γεννήθηκε μέ δαιμόνιο. Έτσι τά οικονόμησε ό Θεός, γιά νά
πάρη  μισθό  τό  παιδί,  νά  σωθή  καί  ό  πατέρας,  νά  έχουμε  κι  εμείς  οί  μοναχοί  ώς  φρένο
παραδείγματα  άπό  μοναχούς  πού  πέταξαν  τά  ράσα  καί  τώρα  ταλαιπωρούνται.  Κάποια
στιγμή πού τό έπιασε τό δαιμόνιο, φώναζε σάν τήν κότα πολύ δυνατά: Κά, κά, κά…. Τί
έπαθες;, τού λέω, ένώ μέ τόν  νου μου έλεγα:  ­Έν τω ονόματι τον Ιησού Χρίστου έξελθε,
άκάθαρτον πνεύμα, άπό τό πλάσμα τον Θεον. Κι έγώ θέλω νά φύγω, φώναζε τό δαιμόνιο,
επειδή πολύ μέ βασανίζει αυτός ό άνθρωπος, γιατί συνέχεια λέει τήν ευχή. Θέλω νά πάω
στο Πακιστάν, νά βρώ λίγη ανάπαυση!.
– Γέροντα, γιατί δέν έφευγε τό δαιμόνιο, άφού τό παιδί έλεγε τήν ευχή;
- Φαίνεται ότι καί τό παιδί είχε δώσει κάποια δικαιώματα, άλλά καί τό δαιμόνιο είχε τό
αφεντικό του καί έπαιρνε άπό αυτό εντολές.
– Γέροντα, όταν προσεύχεται κανείς γιά έναν δαιμονισμένο, τί πρέπει νά λέη;
– Κατ’ αρχήν νά δοξολογήση τόν Θεό: Σέ ευχαριστώ, Θεέ μου, νά πή, πού μέ βοήθησες
καί βρίσκομαι σ’ αυτήν τήν κατάσταση, ένώ κι έγώ μπορούσα νά ήμουν στήν θέση του καί
νά  είχα  όχι πέντε-έξι  δαιμόνια άλλά χιλιάδες.  Σέ παρακαλώ, βοήθησε τόν δούλο Σου πού
ταλαιπωρείται  τόσο  πολύ.  Νά  κάνη  δηλαδή  πρώτα  καρδιακή  προσευχή  καί  ύστερα  νά
συνέχιση μέ τήν ευχή: ­Κύριε Ιησού Χριστέ, έλέησον τόν δούλον Σου.
Μερικές φορές εμείς πού προσευχόμαστε, γινόμαστε αιτία νά μή φεύγη τό δαιμόνιο
άπό τόν δαιμονισμένο, γιατί προσευχόμαστε μέ υπερηφάνεια. Έναν λογισμό ύπερήφανο άν
φέρουμε, λ.χ. νά, έγώ μέ τήν προσευχή μου θά βοηθήσω νά φύγη τό δαιμόνιο, αμέσως
εμποδίζεται ή θεία βοήθεια καί βοηθάμε τόν διάβολο νά παραμένη.
Νά  εύχώμαστε  γιά  τούς  δαιμονισμένους  πάντα  μέ  ταπείνωση,  μέ  πόνο  καί  αγάπη.
Μιά δαιμονισμένη πολύ τήν πόνεσε ή ψυχή μου. Έκανε μιά συγκατάβαση ή καημένη, είπε
ένα ναι στον διάβολο, καί τήν ταλαιπωρεί φοβερά τό δαιμόνιο χρόνια ολόκληρα. Καίει τις
σάρκες  της.  Γυρίζουν  μέ  τόν  άνδρα  της  στά  μοναστήρια  καί  κουβαλούν  μαζί  τους  καί  τό
δεκαεξάχρονο  κορίτσι  τους.  Κάθονται  όλη  νύχτα  στήν  εκκλησία  καί  κάνουν  αγρυπνία.  Αν
ήταν άνδρας, θά τόν έσφιγγα στήν αγκαλιά μου. Τό δαιμόνιο πολύ υποφέρει, όταν σφίξης
τόν δαιμονισμένο μέ θεϊκή αγάπη.
Όταν δέν ερεθίζης τόν δαιμονισμένο καί δέν του πάς κόντρα, άλλά τόν πονάς, φεύγει
τό δαιμόνιο γιά λίγο ή γιά πολύ. Ή ταπείνωση είναι τό ισχυρότερο σοκ γιά τόν διάβολο.
Σέ  ένα  μοναστήρι,  τήν  ώρα  πού  οί  προσκυνητές  προσκυνούσαν  τά  άγια  Λείψανα,
πετάχθηκε  ξαφνικά  ένας  πού  είχε  δαιμόνιο  καί  είπε  στον  ηγούμενο  άγρια:  Μέ  τό  ζόρι
πρέπει νά πάμε;. Ό ηγούμενος ταπεινά καί μέ καλωσύνη τού είπε: Όχι μέ τό ζόρι, μέ τήν
θέληση σας. Τότε εκείνος φώναξε: έγώ μέ τό ζόρι θά πάω καί όρμησε στά άγια Λείψανα
καί  προσκύνησε.  Είδατε,  πιέστηκε  ό  δαίμονας  άπό  τήν  ταπείνωση  καί  τήν  καλωσύνη  του
ηγουμένου. Αυτό φοβούνται οί δαίμονες.
– Γέροντα,  βοηθιούνται  οί  δαιμονισμένοι  άπό  τήν  χάρη  τών  Αγίων,  όταν  πηγαίνουν
προσκύνημα τήν ήμερα της μνήμης τους;
– Καλύτερα δαιμονισμένοι νά μήν πηγαίνουν στά πανηγύρια, γιατί αποσπούν τόν κόσμο
άπό  τήν  προσευχή.  Γίνεται  αταξία.  Ας  πάνε  άλλη  μέρα  νά  προσκυνήσουν.  Καί  άν  ακόμη
ξέρουν οί δικοί του ότι υπάρχει εκεί κάποιος άνθρωπος πού μπορεί νά τόν βοηθήση, ας μήν
τόν πάνε εκείνη τήν ήμερα μέσα στον κόσμο. Διαφημίσεις θά κάνουμε;
Ούτε  είναι  σωστό,  όταν  φωνάζη  ένας  δαιμονισμένος,  νά  μαζεύεται  κόσμος.  Ένα
παιδάκι  δαιμονισμένο,  τό  καημένο,  μού  είπε  προχθές:  Έχω  γίνει  ρεζίλι.  Είχαν  μαζευτή
όλοι γύρω του σάν  τούς γλάρους. Φύγετε,  τούς λέω. Τσίρκο έχουμε;. Τίποτε αυτοί. Δέν
καταλαβαίνουν ότι, όταν κάποιος έχη ένα κουσούρι καί εκδηλώνεται μπροστά στόν κόσμο,
ρεζιλεύεται.
– Γέροντα, ή θεία Κοινωνία βοηθάει τούς δαιμονισμένους;
– Γιά  όσους  γεννήθηκαν  δαιμονισμένοι,  επειδή  δέν  έφταιξαν  οί  ίδιοι,  ή  συχνή  θεία
Κοινωνία  είναι  τό  δραστικώτερο  φάρμακο.  Αυτοί  έχουν  πολύ  μεγάλο  μισθό,  όταν  δέν
γογγύζουν, μέχρι νά ελευθερωθούν μέ τήν Χάρη τού Θεού. Είναι μάρτυρες, άν υπομένουν,
γι’ αυτό καί επιβάλλεται νά κοινωνούν συχνά. Ένας όμως πού δαιμονίσθηκε άπό δική του
απροσεξία, πρέπει νά μετανοήση, νά έξομολογηθή, καί νά  αγωνίζεται,  γιά νά θεραπευθή,
καί  θά  κοινωνήση,  μέ  τήν  άδεια  τού  πνευματικού,  όταν  πρέπη.  Αν  κοινωνήση,  χωρίς  νά
μετανοήση καί χωρίς νά έξομολογηθή, θά δαιμονισθή χειρότερα. Ένας δαιμονισμένος, όταν
τόν πήγαν νά κοινωνήση, έφτυνε τήν θεία Κοινωνία. Ό Χριστός θυσιάσθηκε, καταδέχθηκε
νά  τού  δώση  τό  Σώμα  καί  τό  Αίμα  Του,  καί  αυτός  νά  τό  φτύνη!  Φοβερό!  Βλέπετε,  ό
διάβολος δέν δέχεται βοήθεια.
– Γέροντα, μπορούμε νά δίνουμε τά ονόματα τους νά διαβάζωνται στήν Προσκομιδή;
– Ναί, βέβαια. Οί δαιμονισμένοι πολύ βοηθιούνται, όταν οί ιερείς διαβάζουν μέ πόνο τά
ονόματα τους στήν Προσκομιδή.
– Γέροντα,  όταν  κάποιος  πού  είχε  δαιμονισθή  έχη  μετανοήσει,  έξομολογήται,
κοινωνάη, καί ή δαιμονική επήρεια δέν φεύγη, τί συμβαίνει;
– Δέν  φεύγει,  γιατί  ακόμη  δέν  έχει  σταθεροποιήσει  πνευματική  κατάσταση.  Αν  τόν
βοηθήση αμέσως ό Θεός να απαλλαγή άπό αυτήν τήν δαιμονική επήρεια, αμέσως πάλι θά
ξεφύγη. Γι’ αυτό ό Θεός άπό πολλή αγάπη επιτρέπει νά ύποχωρή τό κακό σιγά-σιγά. Έτσι ό
άνθρωπος  καί  εξοφλάει  καί  σταθεροποιεί  πνευματική  κατάσταση.  Όσο  εκείνος
σταθεροποιεί  κατάσταση  πνευματική,  τόσο  υποχωρεί  καί  τό  κακό.  Άπό  τόν  ίδιο θά
έξαρτηθή πόσο γρήγορα  θά  απαλλαγή άπό τήν  δαιμονική  επήρεια. Μιά φορά μέ ρώτησε
ένας πατέρας πού τό  παιδί  του  είχε  δαιμόνιο: Πότε θά  γίνη  καλά  τό  παιδί  μου;. Όταν
έσύ  σταθεροποίησης  πνευματική  κατάσταση,  του  λέω,  θά  βοηθηθή  καί  αυτό.  Τό
ταλαίπωρο,  ένώ  ζούσε  πνευματικά,  ό  πατέρας  του  αντιδρούσε  καί  του  έλεγε  ότι  θά
τρελλαθή, άν δέν άλλάξη ζωή. Άρχισε νά τό πηγαίνη ό ίδιος σέ οίκο ανοχής, οπότε τό παιδί
παρασύρθηκε καί  δαιμονίσθηκε.  Όταν  τό  κυρίευε  τό  δαιμόνιο,  ορμούσε πάνω στήν μάνα
του μέ άσχημες διαθέσεις. Ή καημένη ή μάνα του αναγκάσθηκε νά φύγη σ’ ένα νησί, γιά νά
γλιτώση. Ό πατέρας είχε μετανοιώσει καί προσπαθούσε νά ζή πνευματικά, άλλά  τό παιδί
δέν  γινόταν  καλά.  Όταν  γύρισε  μέ  τό  παιδί  του  όλα  τά  προσκυνήματα,  έμαθε  όλα  τά
Συναξάρια τών Αγίων καί σταθεροποίησε κατάσταση, τότε έγινε καλά τό παιδί.

Άγιος Γέρων Παΐσιος ο Αγιορείτης: »Επιστράτευση προσευχής».

 

Άγιος Γέρων Παΐσιος ο Αγιορείτης“….Ὅταν ὅμως δεῖτε συμφορὲς στὴν Ἑλλάδα, τὸ κράτος νὰ βγάζη παλαβοὺς νόμους καὶ νὰ ὑπάρχη γενικὴ ἀστάθεια, μὴ φοβηθῆτε, θὰ βοηθήση ὁ Θεός.”
-Γέροντα θὰ γίνη πόλεμος;
-Ἐσεῖς κάνετε προσευχή; Ἐγὼ ἔχω ἀπὸ τὴν ἄνοιξη μέχρι τὸ φθινόπωρο ποὺ κάνω ἐπιστράτευση προσευχῆς -ἀθόρυβα-, γιὰ νὰ μᾶς λυπηθῆ ὁ Θεός, νὰ ἀποφύγουμε τὴν ἐπιστράτευση καὶ τὸν πόλεμο. Εἶχα πληροφορία: “Κάνετε πολλὴ προσευχή, γιὰ νὰ ἐμποδιστοῦν οἱ Τοῦρκοι, διότι τὴν Κυριακὴ 16 Ὀκτωβρίου, ἔχουν σκοπὸ νὰ μᾶς χτυπήσουν” (εἰπώθηκε τὸν Νοέμβριο τοῦ 1983. Ἡ πληροφορία δὲν ἦταν ἀνθρώπινη ἀλλὰ θεϊκή). Δόξα τῷ Θεῶ, μέχρι στιγμῆς μᾶς φύλαξε ἡ Παναγία, ἂς εὐχηθοῦμε νὰ μᾶς προστατεύσει καὶ στὴ συνέχεια.
-Γέροντα, τώρα ποῦ πέρασε ἀπὸ ἐδῶ ὁ κίνδυνος, θὰ συνεχίσουμε νὰ προσευχώμαστε γι’ αὐτὸ τὸ θέμα;
- Μήπως ὑπάρχει τόπος χωρὶς πόλεμο; Τί θὰ πῆ “ἐδῶ” καὶ “ἐκεῖ”; Καὶ ἐκεῖ ποὺ τώρα ἔχουν πόλεμο ἀδελφοί μας εἶναι. Ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὕα δὲν εἴμαστε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι; Μοιράστηκε ὅμως ἡ οἰκογένειά μας, ἄλλοι εἶναι ἐδῶ, ἄλλοι ἐκεῖ. Μὲ τοὺς Ὀρθοδόξους εἴμαστε ἀδελφοὶ καὶ κατὰ σάρκα καὶ κατὰ πνεῦμα, ἐνῶ μὲ τοὺς ἄλλους εἴμαστε ἀδελφοὶ μόνον κατὰ σάρκα. Ἑπομένως, γιὰ ἕναν  λόγο παραπᾶν, πρέπει νὰ προσευχόμαστε μὲ περισσότερο πόνο γι’ αὐτούς, γιατί αὐτοὶ εἶναι πιὸ ταλαίπωροι.
-Γέροντα, αὐτὸ τὸ διάστημα ποὺ τὰ πράγματα εἶναι δύσκολα γιὰ τὴν Ἑλλάδα, κάνω πολὺ κομποσχοίνι, ἀλλὰ σκέφτομαι καὶ ὅτι ἡ σωτηρία τῆς Ἑλλάδας δὲν κρέμεται ἀπὸ τὸ κομποσχοίνι μου.
Άγιος Γέρων Παΐσιος - λόγοι ς-Δὲν εἶναι ὅτι ἡ σωτηρία τῆς Ἑλλάδας κρεμάστηκε ἀπὸ τὸ κομποσχοίνι σου, ἀλλὰ τὸ νὰ σκέφτεσαι συνέχεια τὴν δυσκολία ποὺ περνάει ἡ Ἑλλάδα σημαίνει ὅτι πονᾶς τὴν πατρίδα καὶ ζητᾶς τὴν ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος εἶναι ὁ μόνος ποὺ…. μπορεῖ νὰ βοηθήσει.
Νὰ προσεύχεσθε νὰ ἀναδείξη ὁ Θεὸς πνευματικοὺς ἀνθρώπους, Μακκαβαίους, γιατί ὑπάρχει μεγάλη ἀνάγκη. Ἦρθε ὁ καιρὸς νὰ πολεμήση τὸ καλὸ μὲ τὸ κακό, γιατί τὴν παρανομία τὴν ἔχουν κάνει νόμο καὶ τὴν ἁμαρτία μόδα. Ὅταν ὅμως δεῖτε συμφορὲς στὴν Ἑλλάδα, τὸ κράτος νὰ βγάζη παλαβοὺς νόμους καὶ νὰ ὑπάρχη γενικὴ ἀστάθεια, μὴ φοβηθῆτε, θὰ βοηθήση ὁ Θεός.
-Ἔτσι ὅπως τὰ λέτε, Γέροντα, πρέπει νὰ τὰ ἀφήσουμε ὅλα καὶ νὰ δώσουμε τὶς δυνάμεις μας στὴν προσευχή.
-Μά, χωράει συζήτηση γι’ αὐτὸ τὸ πράγμα; Ὅλος ὁ κόσμος βράζει σὰν σὲ καζάνι. Ἡ Ἐκκλησία, ἡ πολιτεία, ὅλα τὰ ἔθνη εἶναι ἄνω-κάτω! Καὶ τί ἐξέλιξη θὰ ἔχουμε κανεὶς δὲν τὸ ξέρει. Ὁ Θεὸς νὰ βάλει τὸ χέρι του! […]
Ὅσο μπορεῖτε, νὰ εὔχεσθε ταπεινὰ γιὰ τὸν κόσμο ποὺ ἔδωσε πολλὰ δικαιώματα στὸν πονηρὸ καὶ ταλαιπωρεῖται.
Aπό το βιβλίο “Λόγοι Γέροντος Παισίου, τόμος ΣΤ, περί προσευχής» (σ.31-32).
(»Γέροντες της εποχής μας»)

Αυτομεμψία όχι απελπισία.ΠΑΙΣΙΟΣ

 

- Γέροντα, είναι εύκολο εξαρχής νά συναισθανθούμε σέ βάθος τήν άμαρτωλότητά μας;
- Ό  Θεός  άπό  αγάπη  δέν  επιτρέπει  στήν  άρχή  της  πνευματικής  μας  ζωής  νά συναισθανθούμε τήν άμαρτωλότητά  μας, γιά  νά μήν καμφθούμε. Υπάρχουν φιλότιμες και
ευαίσθητες ψυχές πού δέν θά τό άντεχαν και θά πάθαιναν ζημιά. Θαμπώνει τά μάτια μας και  δέν  βλέπουμε  όλα  μαζί  τά  σφάλματα  μας. Μπορεί  π.χ.  νά  έχουμε  κουτσουλιές  στό μανίκι  μας,  και  εμείς  νά  νομίζουμε  ότι  είναι  λουλούδια.  Προχωρώντας  στον  αγώνα  μας, λίγο-λίγο, επιτρέπει ό Θεός νά αρχίσουμε νά βλέπουμε τά σφάλματα μας και μας δίνει και δύναμη  νά  αγωνισθούμε,  γιά  νά  τά  διορθώσουμε.  Ή  λεπτή  εργασία  βλάπτει,  όταν  δέν ύπάρχη  πείρα.  Τό  ίδιο συμβαίνει  και  μέ  τήν  συναίσθηση  τών  ευεργεσιών  τού  Θεού.  Άν έβλεπε  ό  άνθρωπος  τις  εύεργεσίες  του  Θεού  στην  αρχή  της  πνευματικής  του  ζωής,  θά πάθαινε  πνευματική  αιμορραγία.  Γιατί,  όταν κανείς  βλέπη  τίς ευεργεσίες  του  Θεού  καί συναισθάνεται τήν αχαριστία του, μετά λειώνει.
– Γέροντα, δέν βλέπω τά σφάλματα μου καί ή καρδιά μου είναι πέτρα.
– Μερικές  φορές  επιτρέπει  ό  Θεός  νά  μή  βλέπουμε  τά  σφάλματα  μας  καί  νά  είναι  ή καρδιά  μας  πέτρα,  γιατί  μπορεί  ό διάβολος  νά  μάς  ρίξη  στήν  απελπισία.  Ό  άνθρωπος πρέπει  νά  σκέφτεται  τήν  άμαρτωλότητά  του  μέ  διάκριση.  Ή  μετάνοια  πού  έχει  μέσα της άγχος καί απελπισία δέν είναι άπό τόν Θεό έχει βάλει καί τό ταγκαλάκι τήν ουρίτσα του.
Πρέπει  νά  προσέξη  κανείς,  γιατί μπορεί  ό  διάβολος  νά  τόν  πιάση  άπό  τά  δεξιά,  άπό τήν μετάνοια, καί νά τόν πετάξη στά αριστερά, στήν θλίψη καί στήν απογοήτευση, ώστε νά τόν τσάκιση  ψυχικά  καί σωματικά καί  νά  τόν  άχρηστέψη. Φέρνει δηλαδή τήν  άλλη  συντριβή, πού  έχει  άγχος,  γιά  νά  τόν  κάνη  συντρίμμια.  Μπορεί  λ.χ.  νά  του  πή:  Είσαι  πολύ  αμαρτωλός, δέν θά σωθής. Δήθεν ενδιαφέρεται γιά τήν ψυχή του, καί του δημιουργεί άγχος καί απελπισία! Μά δέν θά αφήσω τόν διάβολο νά κάνη ό,τι θέλει. Όταν ό διάβολος σου λέη: είσαι αμαρτωλή, νά του λές: Τί σέ ενδιαφέρει εσένα; Όταν θέλω έγώ, θά πώ ότι είμαι αμαρτωλή, όχι όταν θέλης εσύ.
– Γέροντα, πού οφείλεται ή μελαγχολία πού έρχεται πολλές φορές στήν ψυχή;
– Ή  μελαγχολία  καί  τό  πλάκωμα  τής  ψυχής  οφείλονται  συνήθως  σέ  τύψεις  άπό ευαισθησία, καί τότε ό άνθρωπος χρειάζεται νά έξομολογηθή, γιά νά μπόρεση νά βοηθηθή άπό τόν πνευματικό. Γιατί, άν είναι ευαίσθητος, μπορεί τό σφάλμα πού έκανε νά είναι πολύ μικρό, άλλά ό εχθρός διάβολος νά τό μεγαλοποιή νά του τό δείχνη μέ μικροσκόπιο, γιά νά τόν  ρίξη  στήν απελπισία  καί  να  τόν  άχρηστέψη.  Μπορεί  νά  του  πή  λ.χ.  ότι  τάχα στενοχώρησε πολύ τούς άλλους, ότι τούς δυσκόλεψε κ.λπ., και νά τόν κάνη νά στενοχωριέται πιό πολύ άπό όσο αντέχει. Αφού ενδιαφέρεται ό διάβολος, γιατί δέν πηγαίνει νά πειράξη τήν συνείδηση ενός αναίσθητου άνθρωπου; Άλλά τόν αναίσθητο τόν κάνει νά θεωρή μηδαμινό ένα μεγάλο σφάλμα του, γιά νά μήν έρθη σέ συναίσθηση.
Πρέπει  ό  άνθρωπος  νά  γνωρίση  τόν  εαυτό  του  όπως  είναι,  καί  όχι  όπως  τόν παρουσιάζει  ό  εχθρός  διάβολος,  διότι  αυτός  ενδιαφέρεται γιά  τό  κακό  μας.  Ποτέ  νά  μήν απελπίζεται, αρκεί νά μετανοή, γιατί καί οί αμαρτίες του είναι λιγώτερες άπό τού διαβόλου καί  ελαφρυντικά  έχει,  επειδή  πλάσθηκε  άπό  χώμα  καί  άπό  απροσεξία  γλίστρησε  καί λασπώθηκε. Γιά νά γίνη σωστός αγώνας, πρέπει νά γυρίζουμε τήν ρόδα αντίθετα άπό εκεί πού τήν γυρίζει ό διάβολος. Άν μας λέη ότι είμαστε κάτι, νά καλλιεργούμε τήν αύτομεμψία. Άν μας λέη  ότι  δέν  είμαστε  τίποτε,  νά  λέμε:  Ό  Θεός  θά  μέ  έλεήση.  Έτσι  άπλά  άν  κινήται  ό άνθρωπος,  μέ  εμπιστοσύνη  καί  ελπίδα  στον  Θεό, μπαίνει  στήν  ζωή  του  ή  μετάνοια,  ή ταπείνωση, καί ανεβαίνει σέ πνευματικά ύψη.
– Δηλαδή, Γέροντα, ή αύτομεμψία δέν βοηθάει στον πνευματικό αγώνα;
- Βοηθάει,  άλλά  θέλει  διάκριση.  Μπορεί  π.χ.  νά  λέη  κανείς  στόν  εαυτό  του:  Είσαι ανόητος… .  Νά  τό  λέη όμως  μέ  ταπείνωση,  γιά  νά  κοροϊδέψη  τόν  διάβολο,  άλλά  καί  μέ λεβεντιά, όχι μέ κακομοιριά. Αυτομεμψία, όχι απελπισία. Σημείο  πνευματικής  ώριμότητος  είναι  νά  πιστέψω  ότι  δέν  κάνω  τίποτε,  νά απογοητευθώ μέ  τήν καλή έννοια άπό τόν εαυτό μου, άπό τό έγώ μου νά νιώθω πώς μέ ό,τι  κάνω  προσθέτω  συνέχεια  μηδενικά  καί  νά  συνεχίζω  τόν  αγώνα  μου  ελπίζοντας  στόν Θεό. Τότε ο Καλός Θεός, όταν δή τά μηδενικά της αγαθής μου προαιρέσεως, θά μέ λυπηθη, θά πρόσθεση στήν άρχή τήν μονάδα καί θά πάρουν άξια τά μηδενικά μου καί θά πλουτίσω πνευματικά.  Μέσα  στήν  ταπεινή  κατάσταση  τής  άπογοητεύσεως  άπό  τόν  εαυτό  μου κρύβεται ή καλή πνευματική κατάσταση.

Όποιος μελετά σωστά τον εαυτό του δεν τον δικαιολογεί.

 


- Γέροντα, πώς γίνεται, ένώ νιώθω τήν αδυναμία μου, νά δικαιολογούμαι;
– Δέν  ένιωσες  τήν  αδυναμία  σου,  γι’  αυτό  δικαιολογείσαι.  Άν  τήν  είχες  νιώσει,  δέν  θά δικαιολογούσες τον εαυτό σου. Αγαπούμε τον εαυτό μας δέν θέλουμε νά δυσκολευτούμε δέν αγαπούμε  τον  κόπο.  Θέλουμε  πολλές  φορές  χωρίς  κόπο  νά  αποκτήσουμε  περιουσία. Τουλάχιστον  νά  αναγνωρίσουμε ότι, έτσι όπως αντιμετωπίζουμε τά πράγματα, δέν πάμε καλά πνευματικά καί νά ταπεινωθούμε. Άλλα ούτε κόπος ούτε αναγνώριση υπάρχει.
– Μπορεί κάποιος νά μελέτα, νά έξετάζη τον εαυτό του καί νά τον δικαιολογή;
– Όποιος μελετά  σωστά  τον  εαυτό  του  δέν  τον  δικαιολογεί.  Καί  βλέπεις,  είναι  μερικοί έξυπνοι,  τετραπέρατοι,  πού  κάνουν  τελικά  τις  μεγαλύτερες  ανοησίες.  Γιατί  είναι  καί  το βόλεμα. Πώς μέ βολεύει, πώς με εξυπηρετεί εμένα.
– Γέροντα, αυτός πού δικαιολογείται δεν βλέπει τις πτώσεις του στον αγώνα;
– Ο,τι και αν κάνη, τον ξεγελά ο διάβολος και τα δικαιολογεί όλα, το θέλημα, τό πείσμα, τον εγωισμό, το ψέμα.
– Δεν θα τον βοηθούσε να καθρεφτίζη τόν εαυτό του στα Πατερικά βιβλία, και κυρίως στην Αγία Γραφή;
– Γιά  έναν  πού  σκέφτεται  σωστά,  πνευματικά,  λύνονται  όλα τα  προβλήματα  μέσα  άπό την Αγία Γραφή και τα Πατερικά βιβλία. Τά βλέπει μέσα εκεί ξεκάθαρα. Έναν όμως πού δεν κάνει εργασία πνευματική και ή ψυχή του δέν είναι εξαγνισμένη, δεν τόν βοηθάει ούτε ή Αγία Γραφή, γιατί όλα τά ερμηνεύει ανάποδα. Καλύτερα είναι νά λέη τόν λογισμό του στον πνευματικό του  καί  νά  μήν  έρμηνεύη  μόνος  του  αυτά  πού  διαβάζει.  Αν  διάβαση  λ.χ. Παλαιά Διαθήκη, μπορεί νά έρμηνεύση πονηρά αυτά πού θά διάβαση και νά μολυνθή. Έχω προσέξει, μερικοί παίρνουν  κάτι άπό  τά πνευματικά πού διαβάζουν  καί  τό ερμηνεύουν όπως τους  βολεύει.
Δέν  είναι  ότι δέν  τους  κόβει  ή  δέν  καταλαβαίνουν  αυτά  πού  διαβάζουν,  τά  ερμηνεύουν όμως έτσι,  γιά νά  δικαιολογήσουν  τόν  εαυτό  τους.  Φοβερό  πράγμα!  Αλλά  καί  τά πνευματικά  πού  ακούν,  εχω  καταλάβει,  σπάνια  τά  πιάνουν  σωστά.  Λέω,  ας  υποθέσουμε, ένα περιστατικό,  γιά  νά  τονίσω  κάτι. Ένώ εγώ άλλο θέλω νά  τονίσω,  μερικοί ψάχνουν νά βρουν κάτι άπό όλο τό περιστατικό, γιά νά πιαστούν καί νά δικαιολογήσουν ένα κουσούρι, ένα σφάλμα τους, γιά νά αναπαύσουν δηλαδή τά πάθη τους. Δέν σκέφτονται ότι αυτός, γιά τόν  όποιο  κάτι  ανέφερα,  δέν  πρόσεξε  καί  κατέληξε  εκεί πού κατέληξε,  άλλα  λένε: αφού υπάρχουν άνθρωποι σέ τόσο άσχημη κατάσταση, τότε εμείς είμαστε πολύ καλά, καί έτσι δικαιολογούν τόν εαυτό τους. Άπό δικαιολογίες ο διάβολος βρίσκει ένα σωρό.
Όποιος δικαιολογεί τον εαυτό του, ανάπαυση δέν βρίσκει. Δέν έχει παρηγοριά. Αυτόν πού δικαιώνει τον εαυτό του, ό εαυτός του τον δικαιώνει; Ό εαυτός του, ή συνείδηση του, δέν τον δικαιώνουν, και δέν έχει ανάπαυση. Αυτό δείχνει ότι φταίει. Πώς τα έχει κανονίσει ό  Θεός!  Έδωσε  στον  άνθρωπο  τήν  συνείδηση,  φοβερό!  Μπορεί  να  επιτυχή  κάποιος  αυτό πού θέλει είτε μέ βάρβαρο τρόπο είτε μέ πονηριά είτε μέ κολακεία, αλλά ανάπαυση δέν θά βρή. Άπό αυτό μπορεί μόνος του νά διαπίστωση ότι δέν βαδίζει καλά.
Όταν κάποιος δέχεται τήν αδικία, είναι σάν νά παίρνη μιά πνευματική περιουσία και χαίρεται. Ένώ, όταν δικαιώνη τον εαυτό του, είναι σάν νά ξοδεύη κάτι άπό τήν περιουσία του και δέν νιώθει χαρά. Θέλω νά πω, δέν έχει τήν πνευματική ανάπαυση πού θά είχε, αν δέν δικαίωνε τον εαυτό του. Πόσο μάλλον όταν δέν έχη δίκαιο και δικαιώνη τον εαυτό του!
Όργή  Θεού  μαζεύει,  γιατί  τότε  είναι  ένα  αρπαγμα  σπαταλάει  μιά  περιουσία  πού  του δίνεται. Βρίσκει ανάπαυση αυτός πού σπαταλάει;
Μέ  τήν  δικαιολογία  κανείς  τυφλώνεται.  Ακόμη  και  άνθρωπο  νά  σκοτώση,  τον δικαιολογεί ό διάβολος. Πώς τον ύπέμεινες τόσον καιρό; του λέει. Έπρεπε νά τον είχες σκοτώσει νωρίτερα. Και μπορεί νά θέλη νά πάρη και μισθό άπό τον Χριστό γιά τά λίγα χρόνια πού ύπέμεινε! Κατάλαβες; Έκεί φθάνει!
– Αφού,  Γέροντα,  αυτός  πού  δικαιολογείται  ταλαιπωρείται,  γιατί  δέχεται  αυτό  το βάσανο της συνειδήσεως;
– Είναι ή συνήθεια. Γιά νά τήν κόψη, χρειάζεται θέληση. Και πρέπει νά μάθη όχι μόνο νά μή δικαιολογήται,  άλλα  και  νά  τοποθετήται  σωστά.  Αν  δέν  δικαιολογηθη,  αλλά  μέσα  του πιστεύη  ότι  τον  αδίκησαν,  τότε  είναι  χειρότερα.  Γιατί,  αν  δικαιολογηθη,  θά  του  πή  καί  ό άλλος  κάτι  και  θά  μπόρεση  έτσι  νά  γνωρίση  τόν  εαυτό  του  και  νά  βγή  από  την  πλάνη.
Αλλιώς, μπορεί νά μη μιλάη, αλλά μέσα του νά λέη: έχω δίκιο, όμως δεν μιλάω, γιατί έχω ανωτερότητα, και νά παραμένη στην πλάνη.
(ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΠΑΪΣΙΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ – ΛΟΓΟΙ Γ – ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ)

Πνευματική εργασία με φακό.ΠΑΙΣΙΟΣ

 


- Γέροντα, πώς μπορεί κανείς νά βλέπη τόν εαυτό του πάντοτε αμαρτωλό;
– Όταν τόν έξετάζη προσεκτικά. Όσο πιο προσεκτικά τόν έξετάζη, τόσο πιο αμαρτωλό τόν βλέπει.
– Κάποιος πού έχει πολλές φροντίδες, πώς θά βοηθηθή νά κάνη αυτήν τήν εργασία;
– Καλά είναι μέσα στήν ήμερα νά λέη λίγο τήν ευχή καί νά έχη καί κάποια ώρα περισυλλογής. Βλέπετε, ό μπακάλης κάθε βράδυ μετράει τά χρήματα του. Αν δέν παρακολουθούσε τί κερδίζει καί τί χρωστάει, θά χρεωκοπούσε καί θά έμπαινε στήν φυλακή.
– Γέροντα, μερικοί άνθρωποι δέν ξέρουν τί νά πουν στήν εξομολόγηση.
- Αυτό δείχνει ότι δέν κάνουν λεπτή εργασία στον εαυτό τους. Αν δέν κάνουμε λεπτή εργασία στόν εαυτό μας, τότε καί τά χοντρά μάς ξεφεύγουν. Πρέπει νά καθαρίσουμε τά μάτια τής ψυχής μας. Ένας τυφλός δέν βλέπει τίποτε. Ένας πού έχει ένα μάτι, έ, αυτός βλέπει άλλά πιο καλά βλέπει αυτός πού έχει καί τά δυο μάτια γερά. Καί άν έχη καί τηλεσκόπιο καί μικροσκόπιο, θά βλέπη καί τά μακρινά καί τά κοντινά πολύ καθαρά. Ένα ξυλόγλυπτο είκονάκι λ.χ. μπορώ νά τό τελειώσω σέ τρεις ώρες. Αν όμως τό αφήσω λίγες μέρες καί τό ξαναδώ, βρίσκω αρκετές ελλείψεις. Τό ίδιο μπορεί νά τό δουλέψω και μιά εβδομάδα καί έναν μήνα καί δύο χρόνια. Τό ίδιο μπορώ νά τό δουλεύω καί πέντε χρόνια, άν θέλω. Άλλά μετά πρέπει νά δουλεύω μέ φακό. Θέλω νά πώ ότι καί ή πνευματική εργασία δέν έχει τελειωμό. Όσο προχωράει κανείς πνευματικά, καθαρίζουν τά μάτια τής ψυχής του πιο πολύ-πιό πολύ, καί βλέπει τά σφάλματα του όλο καί μεγαλύτερα, καί έτσι ταπεινώνεται καί έρχεται ή Χάρις τού Θεού. Οί Άγιοι πού έλεγαν: είμαι αμαρτωλός, ελεεινός, τό πίστευαν, γιατί τά μάτια τής ψυχής τους είχαν γίνει μικροσκόπια. Όσο προχωρούσαν, αποκτούσαν ισχυρότερο μικροσκόπιο καί έβλεπαν ότι είναι πιο αμαρτωλοί. Νά, τώρα βλέπω μέ γυμνό μάτι τό χέρι μου καί μου φαίνεται όμορφο. Άν όμως τό δώ μέ φακό, θά δώ αυτές τις τρίχες, πού καλά-καλά τώρα δέν τις βλέπω, σάν κυπαρισσάκια! Βρέ παιδάκι μου, τί είμαι; αγριάνθρωπος;, θά πώ. Άν δουλεύετε έτσι πνευματικά, θά σιχαθήτε τόν παλαιό εαυτό σας.
Ό παλαιός μας άνθρωπος είναι ένας κακός ενοικιαστής μέσα μας καί, γιά νά φύγη, πρέπει νά γκρεμίσουμε τό σπίτι καί νά αρχίσουμε νά χτίζουμε τήν νέα οικοδομή, τόν καινό άνθρωπο.

Ἐμπειρίες τοῦ Μητροπολίτη μας ἀπό τόν μακαριστό Γέροντα Παΐσιο ΛΕΜΕΣΟΥ

 

Α΄ μέρος Εἰσήγησης τοῦ Μητροπολίτη μας κατά τό Συνέδριο πού ἔγινε στήν Κόνιτσα τόν Σεπτέμβριο 2011, ἀφιερωμένο στόν μακαριστό Γέροντα Παΐσιο τόν Ἁγιορείτη.
Ὁ Γέροντας Παΐσιος εἶναι ἕνας μεγάλος Ἅγιος τῆς Ἐκκλησίας μας, ἕνας μεγάλος ἀγωνιστής, ἀσκητής, ἄνθρωπος προσευχῆς καί μεγάλης ἀγάπης πρός τόν Θεό. Ἄς τολμήσομε νά ποῦμε λίγα ἀπ’ ὅλα αὐτά τά ὁποῖα εἴδαμε κι ἀκούσαμε, ὡς ὑποχρεωμένοι νά τά μαρτυρήσομεν, ὅπως οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι μαρτύρησαν γιά τόν Χριστό καί γιά τή ζωή Του καί γιά τά θαύματα Του, προκειμένου νά βοηθήσουν ὅλους ἐμᾶς νά πιστεύσομεν ὅτι αὐτός ἐστί, πράγματι, ὁ Χριστός, ὁ Σωτήρας, ὁ λυτρωτής τοῦ κόσμου καί πιστεύοντας εἰς Αὐτόν νά ἔχομε ζωήν αἰώνιον.
 
Ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων γνώρισαν τόν Γέροντα καί συνδέθηκαν μαζί του.  Ὁ καθένας ἀπ’ αὐτούς ὅλους, κατά τό μέτρο τῆς χωρητικότητάς του, ἔλαβε τήν εὐλογία καί τήν εὐχή τοῦ Γέροντος. 
Σίγουρα ὁ καθένας ἔχει νά πεῖ πάρα πολλά καί αὐτή ἡ εὐλογία τῆς ἐπικοινωνίας εἶναι ἀνεξάντλητη, ὅπως ἀνεξάντλητος εἶναι καί ὁ ὠκεανός τῆς Θείας Χάριτος, πού ἦταν πλημμυρισμένος πάντοτε ὁ Γέροντας. Γνώρισα τόν Γέροντα Παΐσιο ὅταν ἤμουν 18 χρόνων, μόλις τελείωσα τό Λύκειο καί τό 1976 βρέθηκα γιά σπουδές στή Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης.  Τότε ἄκουγα γιά τό Ἅγιον Ὄρος ἀπό διάφορους συμφοιτητές μου καί εἶχα μεγάλη ἐπιθυμία νά πάω. Ἔτσι τόν Σεπτέμβριο τοῦ ᾽76 προσπάθησα νά τό ἐπισκεφθῶ. Ἡ πρώτη ἐπίσκεψη ἦταν τραγική.  Δέν μ’ ἄρεσε καθόλου καί ἔφυγα τήν ἑπόμενη μέρα τό πρωΐ.  Εἶπα: «Δέν πρόκειται νά ξαναπατήσω σ’ αὐτό τόν τόπο».  Μοῦ φάνηκε τόσον ἄσχημος τόπος, τόσον ἀπαίσιος, τόσο καταθλιπτικός. Τοῦ πειρασμοῦ ἦταν βέβαια, μή νομίσετε ὅτι ἔτσι εἶναι ὁ τόπος.  Ἐγώ ἔφταιγα, δέν ἔφταιγε ὁ τόπος, ἀλλά ἔτσι ἦταν στό δικό μου μυαλό.  Μή ξεχνᾶτε, ὅτι προερχόμουν ἀπό ἕνα χῶρο πού δέν εἴχαμε καί μεγάλες ἐμπειρεῖες ἀπό μοναχική ζωή καί Ἅγιον Ὄρος. Τήν ἑπομένη τό πρωΐ βγῆκα ἔξω.  Ὅταν ἄκουγα διηγήσεις ἀπό φοιτητές ἄλλους, πόσο ὡραῖα ἦταν στό Ἅγιον Ὄρος, ντρεπόμουν νά πῶ ὅτι ἐμένα δέν μοῦ ἄρεσε καθόλου.  Ξαναδοκίμασα νά πάω σέ 10-15 μέρες.  Ἦταν νομίζω ἀρχές Ὀκτωβρίου.  Ἐν τῷ μεταξύ, πρώτη φορά ἄκουγα ἀπό τούς συμφοιτητές μου γιά τόν π. Παΐσιο καί γιά τόν παπα-Ἐφραίμ στά Κατουνάκια καί γιά μερικούς ἄλλους Γέροντες, πού ὄντως ἔλαμπαν ἐκεῖνο τό διάστημα, σάν φωστῆρες, εἰς τό στερέωμα τοῦ Ἁγ. Ὄρους.
Πῆγα στόν Γέροντα μέ ἕνα Ἱεροδιάκονο τότε, ὁ ὁποῖος τώρα ἐκοιμήθη καί ὁ ἴδιος μέ ὁδήγησε στόν π. Παΐσιο,  ὁ ὁποῖος ἔμενε τότε στόν Τίμιο Σταυρό, στήν Καψάλα. Εἶχα μεγάλη ἀγωνία νά τόν δῶ, γιατί στόν δρόμο μοῦ διηγόταν ὁ διάκος θαύματα καί πράγματα καί προφητεῖες καί φοβόμουν ὅτι θά μοῦ ἀποκαλύψει καί ὅλα τά ἄδηλα καί κρύφια τῆς καρδίας μου.  Ὑπῆρχε καί κίνδυνος νά μέ ἐκδιώξει μέ τίς κλωτσιές, βέβαια, ἀπό τόν χῶρο ἐκεῖνο.
Κτυπήσαμε τό κουδούνι καί περιμέναμε.  Μοῦ ἔκανε ἐντύπωση μιά πινακίδα πού εἶχε γραμμένη ὁ Γέροντας.  Ἔγραφε ἐκεῖ στόν Τίμιο Σταυρό: «Καλύτερα νά μήν μέ ἀπασχολεῖτε μέ τίς ἀργολογίες κ.λ.π., πιό πολύ μπορῶ νά σᾶς βοηθήσω μέ τήν προσευχή».
Κάποια στιγμή, ἀκούσαμε μιά φωνή καί βλέπω ἕνα γεροντάκι τό ὁποῖο ἦταν τυλιγμένο μέ μιά πράσινη κουβέρτα μέ ρίγες καί ἄρχισε νά ἀνεβαίνει σιγά - σιγά παραπατώντας στόν δρόμο, γιά νά μᾶς ἀνοίξει.  Μοῦ λέει ὁ διάκος: «Αὐτός εἶναι ὁ Γέρο-Παΐσιος».  «Αὐτός εἶναι ὁ Γέρο-Παΐσιος;».  Ἀμέσως ἔχασα ὅλη μου τή διάθεση.  Ἐγώ περίμενα νά δῶ κανένα... Δέν ξέρω τί φανταζόμουν, τέλος πάντων... Εἶδα μπροστά μου ἕνα γεροντάκι, ὄχι γεροντάκι, στήν ἡλικία μου ἦταν βέβαια, ἔτσι τόν ἔβλεπα τότε.  Ἀδύνατος, καχεκτικός... Μᾶς ἄνοιξε, μπήκαμε μέσα, καθίσαμε σ’ ἐκεῖνο τό πάφτωχο, κυριολεκτικά, ἀρχονταρικάκι του πού εἶχε, δηλαδή, ἦταν ἕνα μικρό δωμάτιο μέ δυό σάν κρεββάτια. Περίμενα ἐκεῖ, γεμάτος ἀπορία καί ἀγωνία νά δῶ πῶς εἶναι αὐτός ὁ ἄνθρωπος. 
Ὁ Γέροντας ἄρχισε νά μᾶς διηγεῖται διάφορα πράγματα καί αὐτά μᾶς ἦταν τελείως ἀδιάφορα.  Σέ μιά στιγμή, ἔβγαλε τά παπούτσια του καί βγῆκε πάνω στό κρεββάτι, θέλοντας νά μᾶς παραστήσει κάτι πού μᾶς ἔλεγε.  Ἐγώ λέω: «Αὐτός ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι καλά».  Ἀπογοητεύτηκα καί εἶπα: «Φαίνεται δέν εἶναι καλά, γι’ αὐτό τόν ᾽βγάλαν Ἅγιο καί ἔρχονται ἐδῶ νά τόν δοῦν». «Νά δοῦμε τώρα πῶς θά ρίξομε τή συζήτηση στά σοβαρά».  Σκεφθεῖτε, δηλαδή, ποῦ βρισκόμουνα. «Γέροντα, ἔχετε μεγάλη φήμη στή Θεσσαλονίκη». «Ναί; Σοβαρά;». «Ναί, ναί καί τό ὄνομά σας ἀκούγεται πολύ».  Μοῦ λέει: «Κοίταξε, βρέ παιδί μου, ἐδῶ πιό πάνω πού πέρασες εἶδες τά σκουπίδια ὅλα;» «Ναί». Μοῦ λέει: «Κοίταξε ἐκεῖ».  Πράγματι, κοίταξα καί εἶχε ἐκεῖ μιά παλιοκονσέρβα ἀπό καλαμαράκια, πού κυκλοφοροῦσαν στό Ὄρος τότε, καί ἔπεφτε ὁ ἥλιος πάνω καί ἔφεγγε.  Μοῦ λέει: «Τήν βλέπεις ἐκείνη τήν κονσέρβα πού λάμπει;» «Ναί». «Ἔ, ἔτσι εἶμαι κι ἐγώ.  Κονσέρβα ἄδεια, πεταμένη, χαλασμένη καί τήν βλέπει ὁ κόσμος ἀπό μακριά καί νομίζει ὅτι κάτι εἶναι».  Μόλις πήγαινα νά τόν ρωτήσω κάτι, μοῦ ἔδινε ἕνα λουκούμι.  Θά ἔφαγα 15 λουκούμια μέχρι νά φύγω!
Δέν μᾶς εἶπε τίποτα.  Ἀπογοητεύτηκα, σέ κάποια στιγμή δέν ἐρωτοῦσα πλέον.  Ἔλεγε στόν διάκο διάφορα.  Σηκωθήκαμε νά φύγομε.  Λέω: «Γέροντα, μᾶς εἶπαν ὅτι ἔχετε κάτι φίδια ἐδῶ,  ἀληθεύει;» «Ναί, θέλεις νά τά δεῖς;».  Ἔ, τί θά τοῦ ἔλεγα, ὅτι δέν θέλω νά τά δῶ; «Ναί, ἐντάξει, καλά εἶναι νά τά βλέπαμε».  τοῦ εἶπα.  «Ἄκουσε, αὔριο πού θά γίνεις Πνευματικός, νά’ ρθεῖς  νά σοῦ τά δείξω,  ἐδῶ τά ἔχω», ἐννοώντας τήν καρδιά του. Βγήκαμε ἔξω.  Ἐγώ ἤμουν ἀπογοητευμένος, σκέφτηκα «Δέν ἔχει τίποτα, δέν ἔχει νόημα».  Στό κάγκελο ἐκεῖ τῆς πόρτας τόν ρωτῶ γιά τελευταία φορά, ἔτσι ἀπεγνωσμένος: «Ἔ, πέστε μας καί κάτι νά ὠφεληθοῦμε».  Σάν νά τοὔλεγα: «Τόση ὥρα τί μᾶς ἔλεγες;» «Ἄντε, ρέ παιδιά», μᾶς λέει «εἴσαστε νέοι ἐσεῖς, νά κάνετε πολλές μετάνοιες».  «Πόσες;» «Πολλές, πολλές» καί μᾶς κτύπησε, ἔτσι, στήν πλάτη. 
Ἐκείνη τήν ὥρα, πραγματικά, σᾶς ὁμολογῶ ὅτι ἔγινε ἕνα μεγάλο γεγονός, εὐωδίασε ὅλος ὁ τόπος.  Τά δένδρα, τά πουλιά, ὁ ἀέρας, τά βράχια, τά πάντα, τά πάντα.  Ἕνα φοβερό πράγμα!  Πρώτη φορά καί τελευταία, βέβαια, στή ζωή μου ἔγινε αὐτό.  Εὐωδίασαν ὅλα πάρα πολύ ἔντονα καί μᾶς κυρίευσε μιά φοβερή ἐνέργεια.  Καί ὁ Γέροντας λέει: «Ἄντε, πᾶτε, πᾶτε, πᾶτε».  Μᾶς ἔδιωξε γρήγορα-γρήγορα, ἔκλεισε τήν πόρτα, ἔφυγε στό Καλυβάκι, κι ἐμένα μέ τόν διάκο μᾶς ἔπιασε ἕνα πράγμα παράξενο.  Τοῦ λέω: «Μά, μυρίζεσαι;» «Μοῦ λέει: «Δέν λέγεται. Τί συμβαίνει;» Φύγαμε τρέχοντας μέ τά πόδια, ἀπό τόν Τίμιο Σταυρό καί φτάσαμε στόν Μπουραζέρη σέ κλάσματα χρόνου, λές καί ἤμασταν δρομεῖς καί δέν μπορούσαμε νά σταματήσουμε στόν δρόμο.  Μέχρι τόν Μπουραζέρη εὐωδίαζαν τά πάντα.  Μετά ἀπ’ αὐτό κατάλαβα ὅτι, πράγματι, αὐτός ὁ ἄνθρωπος κρύβει μέσα του ἕνα μεγάλο θησαυρό!
Τόν ἐπισκέφθηκα πάλι σέ ἄλλες 10 μέρες περίπου, ὁπόταν μετά ἀπ’ αὐτό τό γεγονός, ἴσως γιατί προηγήθηκε καί τό γεγονός αὐτό μέ τήν εὐωδία, ὁ Γέροντας ἦταν τελείως διαφορετικός καί ἀπό τότε, ἀπό τόν Ὀκτώβριο τοῦ ᾽76, ὅπως λέγει καί ὁ Ψαλμός, «ἐκολλήθη ἡ ψυχή μου ὀπίσω Σου», ἔτσι καί ἡ δική μου ψυχή ἐκολλήθη ὀπίσω τοῦ Γέροντος αὐτοῦ καί αἰσθανόμουν ὅτι ὁ Θεός ἦταν ἐκεῖ!  Ὁ Θεός ἦταν παρών! Τό πρῶτο πράγμα γιά τό ὁποῖο ἐβεβαιώθηκα ἀπόλυτα, κατά ἕναν παράδοξο τρόπο, εἶναι ὅτι, ὅ,τι λέει ὁ Χριστός στό Εὐαγγέλιο, ὅ,τι εἶπαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες στούς βίους τῶν Ἁγίων, ὅσα ἐγράφησαν εἰς τήν Ἐκκλησία, ὅσα ἐλέχθηκαν, ὅσα ἄκουσα, ἦταν ὅλα ἀλήθεια.  Δέν ὑπῆρχε πλέον μέσα στήν ψυχή μου ἡ παραμικρή ἀμφιβολία γιά ὁτιδήποτε ἦταν λόγος Θεοῦ καί Εὐαγγελίου.  Γιατί, φυσικό ἦταν, στά 18 χρόνια, ὅσο νἆναι, τά πράγματα εἶναι πολύ ἀνώριμα ἀκόμα στήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου. Ἐπέρασε ἐκεῖνος ὁ χρόνος μέ πάρα πολλές ἐπισκέψεις.  Ἐγώ ἐν τῷ μεταξύ ἀποφάσισα νά μείνω στό Ἅγιον Ὄρος, νά διακόψω τίς σπουδές μου, πράγμα πού ὁ Γέροντας δέν τό δέχθηκε, γιατί εἶχα μία ὑποτροφία ἀπό τήν Ἐκκλησία τῆς Κύπρου καί  μοῦ εἶπε: «Ἐντάξει, μεῖνε στό Ἅγιον Ὄρος, ἀλλά πήγαινε νά δίνεις ἐξετάσεις κατά διαστήματα, γιατί ἀφοῦ ἡ Ἐκκλησία σέ ἔστειλε καί ἔχεις μιά ὑποτροφία, δέν εἶναι σωστό ἀπό τήν πρώτη στιγμή πού ἦλθες νά διακόψεις».  Ὅπως καί ἔγινε.